Για μια ακόμα χρονιά οι εκθέσεις σύγχρονης τέχνης είχαν την τιμητική τους στην Ύδρα.
Στα Σφαγεία του ΔΕΣΤΕ ο Nari Ward εμπνέεται από την ομιλία του Χαϊλέ Σελασιέ στα Ηνωμένα Έθνη: μέχρι τη μέρα που θα ηττηθεί ο ρατσισμός και οι διακρίσεις, το όνειρο της ειρήνης και της κυριαρχίας της παγκόσμιας ηθικής θα παραμένει μια ψευδαίσθηση, που όσο κι αν τη διεκδικούμε, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να τη φτάσουμε.
Το κεντρικό έργο, ένας χιονάνθρωπος από βαλίτσες, που δένονται μεταξύ τους με πυροσβεστικές μάνικες, οι οποίες απλώνονται στο έδαφος και στους τοίχους με γραμμένες πάνω τους αποσπασματικές λέξεις από την ομιλία, δίνει την αίσθηση ταυτόχρονα του εφήμερου και του μνημειώδους, πάνω σε ένα έδαφος ασταθές και σκονισμένο. Οι πυροσβεστικές μάνικες αποτελούσαν πάντα το αγαπημένο objet trouvé του Ward από τα πρώτα του έργα τη δεκαετία του 1980 και το Exodus, όπου τα καμένα και περιτυλιγμένα με μάνικες χαρτοκιβώτια, διαμόρφωναν ένα λαβυρινθώδες περιβάλλον, στο οποίο η τοτεμική έξοδος ήταν επίσης φτιαγμένη από το εσωτερικό υλικό της μάνικας, με αποκορύφωμα βέβαια το εμβληματικό Amazing Grace, όπου 365 παιδικά καροτσάκια, από αυτά που χρησιμοποιούν οι άστεγοι για τις μεταφορές τους, συνδέονταν μεταξύ τους με πυροσβεστικές μάνικες σε ένα εξίσου ασταθές περιβάλλον, που αντανακλούσε την κρίση μιας κοινότητας χαρακωμένης από το κρακ και το Aids.
Η μάνικα στα έργα του Ward ενέχει βέβαια μια αίσθηση σύνδεσης ή/και λύτρωσης, παραπέμποντας ακόμα και στην κάθαρση μέσα από το νερό, πλην όμως δεν παύει να αντανακλά ένα άνυδρο παρόν και μια ροή αλυσίδων παρά υδάτων. Το γεγονός ότι οι Ελληνικές πυροσβεστικές μάνικες έχουν κόκκινο χρώμα, αντί για το αμερικανικό γκρι, προσδίδει μια μεγαλύτερη αίσθηση επείγοντος στο έργο.
Η έκθεση αφιερώνεται στους Αφροέλληνες που δεν καταφέρνουν ακόμα και σήμερα να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, πλην όμως η ίδια η εγκατάσταση δίπλα στη θάλασσα παραπέμπει ευθέως σε όλους τους μετανάστες που ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή και καταλήγουν στον πάτο του Αιγαίου χάρη στα μέτρα αποτροπής της Ευρώπης Φρούριο. Τα όνειρα των μεταναστών αναδύονται μέσα από τα νερά με δυο εμβληματικά έργα: την άγκυρα-σύμβολο της υδραίικης ναυτοσύνης, που φέρει όμως επάνω της κλειδιά κολλημένα σαν πεταλίδες και τον απαρχαιωμένο τηλεφωνικό θάλαμο που κρύβει, ανάμεσα σε ένα λαβύρινθο από ελατήρια στρωμάτων, σκονισμένα μπουκάλια με μηνύματα. Τα κλειδιά, σύμβολο προστασίας, θα μπορούσαν να παραπέμπουν στα σπίτια που άφησαν πίσω τους οι μετανάστες, γεμάτα με τις μνήμες και τις ιστορίες ολόκληρων γενεών ή ακόμα και στα σπίτια που ονειρεύονταν να αποκτήσουν δουλεύοντας σκληρά στην ξενιτιά. Μπορούν όμως να παραπέμπουν και στο κλειδί της ζωής του κάθε πνιγμένου, που θα παραμείνει πλέον ανεξιχνίαστη, κομμένη στη μέση, με τόσες δυνατότητες ακυρωμένες, παραδομένη στη λήθη. Κι όμως όλες αυτές οι ζωές είναι που ονειρεύονται μέσα στο νερό και μας στέλνουν συνεχώς το μήνυμά τους κι ας το αφήνουμε εμείς να σκονίζεται, απασχολημένοι να βλέπουμε τα γιωτ που περνούν μπροστά από το μπαλκόνι των Σφαγείων, βαυκαλιζόμενοι ότι συμμετέχουμε στον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του νησιού, βγάζοντας σέλφι και ποστάροντας ασύστολα μέσα στη γενικευμένη σαπίλα των κοινωνικών δικτύων.




Μια πιο εμβυθιστική κάθαρση συναντήσαμε στο Hydra School Project, όπου ο Δημήτρης Αντωνίτσης, ως νέος Μπασελάρ, στήνει μια εικαστική τριλογία ονειροφαντασίας της ύλης ξεκινώντας πέρσι με τους λίθους και τη λήθη, προχωρώντας φέτος στα νερά και τα όνειρα και ολοκληρώνοντας (;) του χρόνου με το πνεύμα και την πνοή.
Όλα τα νερά είναι ενωμένα μεταξύ τους σε μια διαρκή ροή μετασχηματισμού της ύλης και τα έργα τέχνης της έκθεσης ενώνονται επίσης μεταξύ τους με την ενεργειακή ροή που εκκινεί από τα βιοσωματικά Σάβανα του Αντωνίτση. Αναχωρώντας για τη Σρι Λάνκα, σε μια προσπάθεια να διαχειριστεί την πατρική απώλεια, ο Αντωνίτσης πραγματοποιεί μια εκρηκτική σύνθεση των συναισθημάτων με τη διαδικασία του διαλογισμού και του καθαρισμού της ενέργειας, χρησιμοποιώντας ως εικαστικά μέσα τα ίδια τα έλαια και τα τσάγια. Το βιολί της Ayumi Paul που συντονίζεται με το Ρυθμό της Γης και το πέρασμα από το πρωινό φως στο σκοτάδι διαμορφώνει ένα διαλογιστικό ηχοτοπίο που συνομιλεί με τα έργα του Αντωνίτση, αλλά και με τις δικές της (Γ)ραφές του Νερού, που μοιάζουν να ρέουν πάνω στο χαρτί από ίνες μουριάς. Το βίντεο λειτουργεί με τέτοιο τρόπο που είναι κανείς βέβαιος ότι η Paul στέκεται στην άκρη μιας λίμνης, παρότι πρόκειται για ένα τσιμεντένιο πλάτωμα. Άλλωστε η ίδια η παραγωγή της κλωστής της από τρίχες νεογέννητων κατσικιών μοιάζει με διαλογιστική διαδικασία, ενώ το χαρτί από ίνες μουριάς μας παραπέμπει στους μεταξοσκώληκες που χρησιμοποίησε στην τελευταία του έκθεση ο Αντωνίτσης, προσδίδοντας στην πρόσφατη απώλεια του ένα ευρύτερο βάθος οικογενειακής μνήμης, περιελίσσοντας τα γλυπτά του με τα συννεφένια μετάξια των σηροτροφείων του προπάππου του.
Η απώλεια έχει βάθος, έχει όμως και συνέχεια: ο κύκλος της ζωής ρέει σπειροειδώς προς το μέλλον και το ποίημα για το Νερό του Αλέξη Σταμάτη, που μας θυμίζει με αυτό του το τελευταίο ποίημα ότι όλα ρέουν, όλα είναι προσωρινά, ακόμα και μεις, γράφτηκε στον πίνακα του Hydra School project από τον γιο του.
Μπροστά στην ακατάβλητη ροή του νερού, η μορφή, είτε του προσώπου, είτε του χώρου, παύει να εμφανίζεται ως κάτι το απατηλα μνημειακό και αιώνιο. Η κάθε της αποκρυστάλλωση δεν είναι παρά μια εφήμερη αποτύπωση του ρευστού, σαν τα ωκεάνεια μπλοκ του Ashley Bickerton ή τα κομμάτια πάγου που φωτογραφίζει ο Φωκίων Ζησιάδης στην “Ακτή των Διαμαντιών” της Ισλανδίας (Breiðamerkursandur). Όπως τα γλυπτά του Daniel Silver, η μορφή ρευστοποιείται, δεν είναι παρά η στιγμή που το πρόσωπο του Νάρκισσου γίνεται ένα με την αντανάκλασή του.
Το μόνο πραγματικό μνημείο είναι η Φάλαινα, η θαλάσσια κοσμική δύναμη, το σύμβολο του απύθμενου δέους, στα όργανα, αλλά και στις σπειροειδείς κινήσεις της οποίας παραπέμπουν τα κεραμικά της Δέσποινας Χαριτωνίδη. Μάταιη παραμένει η προσπάθεια να της επιβληθούμε: όσο κι αν νομίζει ο άνθρωπος ότι μπορεί να κυριαρχήσει στη Φύση, μόνο την αυτοκαταστροφική του αλαζονεία εκφράζει ως νέος Αχαάβ. “Μπορείς πράγματι να σφάξεις τη Θάλασσα;” μοιάζουν να μας ρωτούν τα παλτά του Hussein Chalayan. Μόνο να ενωθείς μαζί της μπορείς και να αναζωογονηθείς από αυτή.
Κι αφού το ξέρουμε, αν μη τι άλλο από την εποχή του Μέλβιλ, γιατί επιμένουμε σε μια αυτοκαταστροφική πορεία που συσσωρεύει κέρδη για τους λίγους και μολύνει το περιβάλλον, υποθηκεύοντας το μέλλον των παιδιών μας;


Ίσως την απάντηση την βρούμε στο πιο πολιτικό έργο της έκθεσης, που όχι τυχαία φέρει την υπογραφή του Γιάννη Κουνέλλη: μια σειρά από ξύλινες καρέκλες που σε κάθεμια από αυτές, πάνω σε μια κουβέρτα που δημιουργεί ένα ασταθές περιβάλλον, ισορροπεί μια λεκάνη με νερό μέσα στην οποία βρίσκεται ένα σκουριασμένο μαχαίρι κι ένα χρυσόψαρο. Όταν παρουσιάστηκε το 2011 το έργο συγκέντρωσε τις διαμαρτυρίες των φιλόζωων, καίτοι πραγματικός κίνδυνος για το ψάρι δεν υπήρχε. Λίγοι όμως συνειδητοποίησαν το πραγματικά κοφτερό μήνυμα του έργου: όταν πλησιάζει ο θεατής το χρυσόψαρο κρύβεται κάτω από το μαχαίρι.

Με άλλα λόγια, όταν ζούμε σε ένα ασταθές, επικίνδυνο περιβάλλον με γιγάντιες απειλές που αδυνατούμε να κατανοήσουμε, τότε αναζητούμε προστασία κάτω από το πιο επικίνδυνο σημείο, το όπλο, αυτό που τελικά είναι πιθανό να μας καταστρέψει. Κι αυτό θα πρεπε να το χουμε μάθει ήδη από το σωβινισμό και την πατριδοκαπηλεία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, το φασισμό και το ναζισμό του δεύτερου, τα πυρηνικά του ψυχρού. Παραταύτα, ακόμα και σήμερα, χάρη στις καθημερινές μας ανασφάλειες και τη χρυσοψαρίσια μνήμη μας, αναζητούμε Ασπίδες, που όσο κι αν τις βαφτίζουμε με ηρωικά ονόματα, δεν αντανακλούν παρά τα χειρότερα ένστικτά μας: αυτά που μας οδηγούν στην ακροδεξιά, τον μιλιταρισμό και την αποδοχή των γενοκτονιών. Aυτό είναι το αποτέλεσμα όταν αποδεχόμαστε ότι, καλώς κακώς αυτός είναι ο κόσμος μας, ο μόνος εφικτός, there is no alternative.
Σπάζοντας αυτό τον φαύλο κύκλο πρέπει, ανατρέποντας τους μονοδρόμους που μας επιβάλλονται, να ξαναβρούμε εκείνους τους ρευστούς δρόμους του νερου (σαν τα κινέζικα καλλιγραφικά μάντρα του Brice Marden που τον οδηγούσαν κάθε χρόνο στη δική του Ύδρα), εκείνους τους χάρτες των λιμανιών (σαν αυτούς που σχεδίαζε ο Κουνέλης το 1959 για να μπορεί να επιστρέφει στη δική του Καστέλλα) που θα επιτρέψουν και σε μας να ξαναβρούμε τη Θάλασσα μας αμόλυντη και τα νησιά μας αγέρωχα (όχι κοσμοπολίτικα). Γιατί ακόμα κι αν ο άνθρωπος κατορθώσει να αυτοκαταστραφεί, ο βράχος θα ναι ξαπλωμένος και θα ατενίζει το νερό, σε μια διαρκή, εφήμερα ονειρική συνύπαρξη, όπως το έργο της Στυλιανής Φιλίππου συνομιλεί στον περίβολο του Hydra School project με τα μπλε κεραμικά πλακάκια της Δέσποινας Χαριτωνίδη. Εμείς θα κατορθώσουμε να φανούμε αντάξιοι μιας θαλασσινής επαναμάγευσης και ευλογίας;








