Ο Μπόρχες και τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα – 2ο μέρος – γράφει ο Αντώνης Μαυρόπουλος

Στο πρώτο μέρος του άρθρου επιχειρήθηκε μια ανάγνωση των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (ΜΓΜ) μέσα από τρία εμβληματικά κείμενα του Μπόρχες. Το Περί της Ακριβείας εν τη Επιστήμη φωτίζει τη ματαιότητα και τους κινδύνους ενός γλωσσικού χάρτη του κόσμου κλίμακας 1:1, καθώς και το ερώτημα «ποιος σχεδιάζει το χάρτη». Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλαναδεικνύει ότι η ολότητα δεν ταυτίζεται με την αλήθεια: το μοντέλο περιέχει, ισότιμα, κάθε αληθή και κάθε ψευδή πρόταση. Τέλος, το διήγημα Φούνες ο Μνήμων φέρνει στην επιφάνεια ότι η τέλεια μνήμη ακυρώνει τη σκέψη, αφού σκέψη σημαίνει να ξεχνάς, να γενικεύεις, να αφαιρείς. Στο δεύτερο μέρος, συνεχίζουμε στο ίδιο μοτίβο με άλλα αποσπάσματα του Αργεντίνου μαέστρου της γραφής.

«Tlön, Uqbar, Orbis Tertius»: ο καθρέφτης γίνεται ο κόσμος

Ο Swayam Bagaria χρησιμοποιεί το ίδιο διήγημα με το οποίο ανοίξαμε το πρώτο μέρος, το Tlön, Uqbar, Orbis Tertius [1], ως έμβλημα για αυτό που ονομάζει «ομίχλη της ΤΝ»: μια ιδέα ικανή να κατακτήσει και επιμολύνει τον πλανήτη, πριν καν επαληθευτεί, με τρόπο που αναδιαμορφώνει την ίδια την πραγματικότητα [9]. Ο κόσμος του Tlön είναι μια εγκυκλοπαιδική επινόηση μιας μυστικής αδελφότητας διανοουμένων. Με τα λόγια του Μπόρχες:

Γι’ αυτούς, ο κόσμος δεν είναι μία συνάθροιση αντικειμένων στο χώρο – είναι μία ετερογενής σειρά αυτόνομων πράξεων. …οι άνθρωποι αυτού του πλανήτη αντιλαμβάνονται το σύμπαν ως μία σειρά νοητικές διεργασίες που δεν αναπτύσσονται στο χώρο, αλλά, με διαδοχικό τρόπο, στο χρόνο…Με άλλα λόγια, δε διανοούνται ότι το χωρικό μπορεί και να διαρκεί.

Αυτός ο μονισμός ή ολοκληρωτικός ιδεαλισμός ακυρώνει την επιστήμη. Η εξήγηση (ή η κρίση) ενός γεγονότος προϋποθέτει την πρόσδεση του σε ένα άλλο – στον Tlön, η συσχέτιση αυτή είναι μία μεταγενέστερη κατάσταση του υποκειμένου, που δε μπορεί να επηρεάσει ή να διαφωτίσει την προγενέστερη. Κάθε νοητική κατάσταση είναι ανεπίδεκτη αναγωγής…

Στο διήγημα, ο κόσμος του Tlön διεισδύει σταδιακά στον πραγματικό κόσμο μέσω αντικειμένων, γλωσσικών συνηθειών, σχολικών εγχειριδίων, μέχρι που ο ίδιος ο πραγματικός κόσμος αρχίζει να αντικαθίσταται από τη φανταστική κατασκευή.

Τα δεδομένα εκπαίδευσης των σημερινών ΜΓΜ είναι ένας τεράστιος καθρέφτης των ανθρώπινων στιγμών στο διαδίκτυο και αποτελούν το έδαφος πάνω στο οποίο φυτρώνουν όλα τα προϊόντα της ΤΝ. Με βάση αυτά τα δεδομένα και μία σειρά από αλγόριθμους δημιουργούνται κείμενα, εικόνες, βίντεο και φωνές  που πλημμυρίζουν το διαδίκτυο χωρίς καμία υπόσταση, γνωστά και ως «πολτός της ΤΝ» (AI slop). Και αυτά τα συνθετικά προϊόντα αναπαράγονται σε σχολικά βοηθήματα, σε ειδησεογραφικές πλατφόρμες, σε επόμενες γενιές μοντέλων εκπαιδευμένων πάνω στο ίδιο τους το προϊόν. Τι σημαίνει άραγε γνησιότητα, τι σημαίνει «πρόσωπο», όταν η τεχνολογία μπορεί να παράγει επ’ άπειρον αξιόπιστα αντίγραφα φωνών και προσώπων που ποτέ δεν είπαν ή δεν έκαναν αυτό που φαίνονται να λένε ή να κάνουν;

Ο Μπόρχες περιγράφει πως ο κόσμος του Tlön ακυρώνει την έννοια της γνώσης. – επιστήμης, λόγω αδυναμίας δημιουργίας συνεκτικών συσχετίσεων. Αυτό είναι απόλυτα αληθές για πολλούς από τους χρήστες των ΜΓΜ: η όποια απάντηση στα ερωτήματα τους δεν εντάσσεται στη δημιουργία ενός δέντρου γνώσεων και κριτικής σκέψης αλλά περιορίζεται στη δημιουργία λίστας πληροφοριών. Η διαρκώς αυξανόμενη απόσταση μεταξύ του «γνωρίζω το φαινόμενο» και του «κατανοώ το φαινόμενο» είναι ένα χαρακτηριστικό της εποχής των ΜΓΜ.

Ακόμα περισσότερο, ο Μπόρχες προβλέπει κάτι πολύ ενδιαφέρον:

Από αυτό θα μπορούσαμε να συναγάγουμε πως δεν υπάρχουν επιστήμες στον Tlön – ίσως ούτε και συλλογισμοί. Όμως, η παράδοξη αλήθεια είναι πως υπάρχουν – και μάλιστα, σχεδόν αναρίθμητες…Τα απίστευτα συστήματα είναι πάμπολλα, αλλά η δομή τους ευχάριστη η αισθητηριακού τύπου. Οι μεταφυσικοί του Tlön δεν επιδιώκουν την αλήθεια, ίσως ούτε και την αληθοφάνεια – επιδιώκουν την κατάπληξη. Θεωρούν τη μεταφυσική κλάδο της φανταστικής λογοτεχνίας.  

Το παραπάνω απόσπασμα προοιωνίζεται τον πληθωρισμό ψευδοεπιστημών και θεωριών συνωμοσίας της εποχής μας, την συστηματική διάδοση αφηγημάτων που δεν επιδιώκουν καν την αληθοφάνεια αλλά την κατάπληξη του ακροατηρίου. Η τάση αυτή μάλιστα ενισχύεται σημαντικά από την χρήση εργαλείων ΤΝ που κάνουν τα σχετικά επιχειρήματα πιο πειστικά και διεισδυτικά.

Και φυσικά αυτοί που θεωρούν τη μεταφυσική κλάδο της φανταστικής λογοτεχνίας δεν μπορεί παρά να μας θυμίζουν ότι πολλοί εκ των γκουρού της ΤΝ φαντάζονται τον κόσμο, δρουν και αναπτύσσουν τις επιχειρήσεις τους εμπνευσμένοι από τη φανταστική, μα καθόλου ουδέτερη πολιτικά, λογοτεχνία των υπερηρώων της Marvel.

«Ο Μπόρχες κι Εγώ»: ποιος γράφει και ποιος ρωτάει;

Στη μινιατούρα του Μπόρχες Ο Μπόρχες κι Εγώ, μπορούμε να δούμε μία προσέγγιση της σχέσης του χρήστη με τα ΜΓΜ:

Στον άλλον, στον Μπόρχες, συμβαίνουν όλα… Θα ‘ταν υπερβολικό να πω ότι οι σχέσεις μας είναι εχθρικές· εγώ ζω, εγώ αφήνομαι να ζω, μόνο και μόνο για να μπορεί ο Μπόρχες να υφαίνει τη λογοτεχνία του, κι αυτή η λογοτεχνία με δικαιώνει…Λίγο λίγο, του τα παραχωρώ όλα, κι ας ξέρω τη διεστραμμένη συνήθειά του να παραποιεί και να υπερβάλλει. Εγώ θα παραμείνω Μπόρχες· όχι ο εαυτός μου… Πριν κάποια χρόνια, προσπάθησα ν’ απελευθερωθώ απ’ αυτόν, και πέρασα απ’ τις μυθολογίες των προαστίων στα παιχνίδια με το χρόνο και το άπειρο· αυτά τα παιχνίδια, όμως, τώρα πια ανήκουν στον Μπόρχες, και θα χρειαστεί να επινοήσω άλλα. Έτσι, όλη μου η ζωή είναι μια φυγή, κι όλα τα χάνω κι όλα ανήκουν στη λήθη – ή σ’ αυτόν. Δεν ξέρω ποιος από τους δύο μας γράφει αυτή τη σελίδα. [10]

Οι Rita Raley και Russell Samolsky επισημαίνουν κάτι που εύκολα διαφεύγει σε μια πρώτη ανάγνωση: ο ίδιος ο Μπόρχες αναθεώρησε την τελευταία πρόταση του κειμένου του. Στην αρχική ισπανική διατύπωση χρησιμοποιούσε παρελθόντα χρόνο («ha escrito» — «έχει γράψει»), ενώ αργότερα το άλλαξε σε ενεστώτα («escribe» — «γράφει») [11]. Η αλλαγή φαίνεται μικρή, αλλά δεν είναι. Με την αλλαγή αυτή, ο Μπόρχες δηλώνει ρητά ότι η ίδια η σχέση του με το συγγραφέα Μπόρχες είναι μόνιμη και διαρκής, δεν είναι συντελεσμένη και δεν περιορίζεται χρονικά ή σε δημιουργικά πακέτα. Πρόκειται για μία συνεχή διαδικασία συνύπαρξης και περιέλιξης του εαυτού στο συγγραφέα.

Κάτι τέτοιο ήδη παρατηρείται σε πολλούς χρήστες που χρησιμοποιούν συστηματικά και επαγγελματικά ΜΓΜ: τα μοντέλα εξελίσσονται σε δεύτερη φύση των χρηστών, ενσωματώνονται με οργανικό τρόπο στην καθημερινότητα και συνεξελίσσονται με τους χρήστες. Η σχέση δεν οριοθετείται ποτέ σε ένα ολοκληρωμένο, τετελεσμένο έργο που κάποιος «έχει γράψει» μια για πάντα, αλλά γίνεται μια ανοιχτή, συνεχής διαδικασία γραφής σε εξέλιξη. Η ερώτηση «ποιος από τους δύο μας γράφει αυτή τη σελίδα» δεν είναι πια λογοτεχνικό παιχνίδι, είναι το αναπάντητο ερώτημα κάθε φορά που ένας άνθρωπος συνδιαμορφώνει ένα κείμενο με ένα μοντέλο.

Ο Moore παρατηρεί ότι οι κλασικές δυστοπίες του 20ού αιώνα μοιράζονται όλες μια κοινή προϋπόθεση: «ο άνθρωπος είναι υποκείμενο», πάνω στο οποίο δρα μια εξωτερική δύναμη. «Ο Όργουελ διέγνωσε τυραννία μέσω του ψέματος. Ο Χάξλεϊ διέγνωσε τυραννία μέσω της ικανοποίησης» [6]. Και στις δύο περιπτώσεις, κάποιος χειραγωγεί κάποιον άλλο, η σχέση είναι μεταξύ ενός «εξωτερικού» εχθρού και μίας κοινωνίας. Ο Μπόρχες, όμως, ανοίγει ένα άλλο παράθυρο. Τι συμβαίνει όταν ο εαυτός σταματά να είναι ένα σταθερό πράγμα πάνω στο οποίο δρα η μηχανή της ΤΝ, και γίνεται κάτι που η μηχανή συνθέτει;. Πολύ συχνά, ο χρήστης του ΜΓΜ  ψάχνει απαντήσεις όχι σε πλήρως διαμορφωμένες και σαφείς ερωτήσεις αλλά σε αόριστες και αδιαμόρφωτες αναζητήσεις. Τότε είναι το μοντέλο που, μέσω της διατύπωσής, του τόνου, της ετοιμότητάς του, των μικρών και συνεχών ερμηνευτικών του ωθήσεων, έρχεται να μετατρέψει την αναζήτηση σε ερώτηση που το μοντέλο μπορεί να απαντήσει. Η ερώτηση μοιάζει σαν ερώτηση του χρήστη. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μια συμπαραγωγή.

Η Βιβλιοθήκη-Μοντέλο διαβάζει τον αναγνώστη. Μαθαίνει το λεξιλόγιο του αναγνώστη, τις προηγούμενες ερωτήσεις του, την ανοχή του για δυσκολία, την προτιμώμενη μορφή παρηγοριάς του. Κατόπιν συνθέτει, από εκείνα τα σήματα, μια ερώτηση που ο αναγνώστης δεν έκανε ακριβώς και μια απάντηση που ο αναγνώστης ήταν πάντα πρόθυμος να αποδεχτεί [6].

Και κάπως έτσι, η ερώτηση του Μπόρχες «ποιος γράφει αυτή τη σελίδα» , στην εποχή των ΜΓΜ αποκτά τη σκοτεινή δίδυμη αδελφή της: ποιος, τελικά, θέτει την ερώτηση;

«Επίλογος» από τον «Δημιουργό»

Ο χάρτης που ερειπώνεται, η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ με την απροσπέλαστη περιφέρεια που περιλαμβάνει όλες τις δυνατές αλήθειες και όλα τα δυνατά ψέματα, ο Φούνες που πνίγεται στη δική του μνήμη, ο καθρέφτης που γίνεται κόσμος, ο συγγραφέας που δεν ξέρει ποιος γράφει, είναι μερικά μόνο κομμάτια από το έργο του Μπόρχες που νομίζω ότι είναι εξαιρετικά χρήσιμα και φωτίζουν πολλές και διαφορετικές πλευρές της σχέσης μας με τα ΜΓΜ. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν πολλά ακόμη, ωστόσο το βασικό συμπέρασμα είναι ήδη εδώ.

Ο Μπόρχες μας διευκολύνει να καταλάβουμε ότι όλα τα παραπάνω δεν είναι ανεξάρτητες παρατηρήσεις, αλλά μία και η ίδια δομή, ιδωμένη από διαφορετικές γωνίες: η δομή μιας αναπαράστασης που φιλοδοξεί να αντικαταστήσει αυτό που αναπαριστά, χωρίς ποτέ να συζητήσουμε καθαρά ποιος και γιατί την κατασκευάζει και προς όφελος ποιου  θα δουλέψει τελικά. Αυτό ακριβώς είναι το αντίδοτο στην αναδυόμενη σύγχυση ανάμεσα σε υπολογιστική ισχύ και νόηση [12]: η επιμονή μας να ρωτάμε ποιος κρατά το μολύβι, ποιος κατέχει τη σφαίρα, ποιος ταξινομεί το σύμπαν, ποιος καθρεφτίζεται σε ποιον, και – το πιο δύσκολο από όλα – ποιος διατυπώνει ακόμα, ανεξάρτητα, το δικό του ερώτημα.

Στον επίλογο της συλλογής του «Ο Ποιητής» (El Hacedor), ο Μπόρχες μας αφήνει με μία τελευταία εικόνα και νέα ερωτηματικά:

«Ένας άνθρωπος», γράφει ο Μπόρχες στον επίλογο της συλλογής πεζών και ποιημάτων του O Δημιουργός, «βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα και ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του». [13]

Βιβλιογραφία (σειρά πρώτης παραπομπής, στυλ Nature)

  1. Borges, J. L. «Tlön, Uqbar, Orbis Tertius». Στο Άπαντα τα Πεζά – τόμος Ι, Μυθοπλασίες , σελ. 131 (μτφρ. Α. Κυριακίδης). 9η έκδοση, Πατάκης, Αθήνα, 2026.
  2. Borges, J. L. «Περί της Ακριβείας εν τη Επιστήμη». Στο Άπαντα τα Πεζά – τόμος Ι, Και τα λοιπά, σελ. 113 (μτφρ. Α. Κυριακίδης). Στο Άπαντα τα πεζά. 9η έκδοση, Πατάκης, Αθήνα, 2026.
  3. Μαυρόπουλος, Α. «Βαθιά μάθηση και μεγάλα γλωσσικά μοντέλα». Κεφάλαιο 2 στο: Τεχνητή Νοημοσύνη: Άνθρωπος, Φύση, Μηχανές. Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2024, 1η έκδ., 384 σ. ISBN 978-960-499-486-1. https://www.toposbooks.gr/contents/books_details.php?nid=936
  4. Borges, J. L. «Αποσπασματικές Μαγείες του Δον Κιχώτη» (μτφρ. Α. Κυριακίδης). Στο Διερευνήσεις. Ύψιλον, Αθήνα, 1990.
  5. Borges, J. L. «Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ». Στο Άπαντα τα Πεζά – τόμος Ι, Μυθοπλασίες , σελ. 191 (μτφρ. Α. Κυριακίδης). 9ηέκδοση, Πατάκης, Αθήνα, 2026.
  6. Moore, C. G. «Το Εξάγωνο και ο Χρησμός» («The Hexagon and the Oracle»). Substack, 5 Μαΐου https://christophergmoore294240.substack.com/p/the-hexagon-and-the-oracle
  7. Egginton, W. «Borges and Heisenberg converged on the slipperiness of language». Aeon. https://aeon.co/essays/borges-and-heisenberg-converged-on-the-slipperiness-of-language
  8. Borges, J. L. «Φούνες ο Μνήμων». Στο Άπαντα τα Πεζά – τόμος Ι, Μυθοπλασίες , σελ. 221 (μτφρ. Α. Κυριακίδης). 9ηέκδοση, Πατάκης, Αθήνα, 2026.
  9. Bagaria, S. «The Fog of AI». Harvard Divinity Bulletin. https://bulletin.hds.harvard.edu/the-fog-of-ai/
  10. Borges, J. L. «Ο Μπόρχες κι Εγώ» Στο Άπαντα τα Πεζά – τόμος ΙΙ, ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ – ΟΝΕΙΡΑ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ ΚΑΙ DEPROFUNDIS , σελ. 308 (μτφρ. Α. Κυριακίδης). 9η έκδοση, Πατάκης, Αθήνα, 2026.
  11. Raley, R. & Samolsky, R. «Borges and AI». Poetics Today 45(2), 2024. DOI: 10.1215/03335372-11092911
  12. Μαυρόπουλος, Α. «Μεταφορές για την κατανόηση των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων». Υπό δημοσίευση στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου «Γράφω, μεταφράζω, σκέφτομαι στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης. Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας σήμερα», Εταιρεία Συγγραφέων (σε συνδιοργάνωση με Goethe-Institut Athen, ΕΚΠΑ/Φιλοσοφική Σχολή, ΠΕΦ), Ινστιτούτο Γκαίτε, Αθήνα, 27–28 Φεβρουαρίου 2026. https://www.authors.gr/synedrio_tn_2026-category-45.html
  13. Borges, J. L. «Επίλογος». Στο Ο Δημιουργός, σελ. 80. Πατάκης, Αθήνα 2013

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Scroll to Top