Ι. Το τραπέζι και η μη αναγνώριση
Το 1867, στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, ο Καρλ Μαρξ περιγράφει ένα τραπέζι που, μόλις εμφανιστεί στην αγορά ως εμπόρευμα, στέκεται όχι μόνο στα πόδια του αλλά και στο κεφάλι του, αναπτύσσοντας από το ξύλινο μυαλό του ιδιοτροπίες πολύ πιο παράξενες από όσες θα σκαρφιζόταν αν αποφάσιζε ξαφνικά να χορέψει. Η εικόνα διασκεδάζει, αλλά δεν είναι αστείο, είναι μεθοδολογική πρόταση με τις πιο σοβαρές δυνατές συνέπειες. Το ξύλο παραμένει ξύλο όσο κι αν το τραπέζι αλλάξει σχήμα· το μυστήριο δεν βρίσκεται πουθενά στην υλικότητά του. Αρχίζει τη στιγμή που το αντικείμενο εμφανίζεται ως εμπόρευμα, τη στιγμή δηλαδή που αποκτά αξία ανταλλαγής, γιατί εκεί το αισθητό πράγμα μεταμορφώνεται σε κάτι αισθητό και συνάμα υπεραισθητό, παραμένει υλικό αλλά φορτίζεται με μια κοινωνική ιδιότητα που καμία ανάλυση της ύλης του δεν θα μπορούσε ποτέ να εξηγήσει.
Το αίνιγμα, λέει ο Μαρξ, δεν βρίσκεται στη χρηστική αξία του πράγματος, ούτε στο περιεχόμενο του προσδιορισμού της αξίας του, αφού είναι κοινός τόπος, ισχύων σε κάθε μορφή κοινωνίας, ότι η εργασία δαπανά ανθρώπινο εγκέφαλο, μυς, νεύρα, χέρι. Βρίσκεται στην ίδια τη μορφή του εμπορεύματος, στο γεγονός ότι αυτή η μορφή αντανακλά στους ανθρώπους τον κοινωνικό χαρακτήρα της δικής τους εργασίας ως αντικειμενικό χαρακτήρα των ίδιων των προϊόντων, ως φυσική τους ιδιότητα, και συνεπώς αντανακλά και τη σχέση των παραγωγών μεταξύ τους ως σχέση ανάμεσα σε πράγματα που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από αυτούς. Ο Μαρξ ονομάζει αυτόν τον μηχανισμό φετιχισμό, με ρητή αναφορά στη θρησκευτική αναλογία: όπως στην ομιχλώδη περιοχή του θρησκευτικού κόσμου τα προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού αποκτούν δική τους ζωή, αυτόνομες μορφές που μπαίνουν σε σχέση τόσο μεταξύ τους όσο και με το ανθρώπινο γένος, έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τα προϊόντα του ανθρώπινου χεριού μέσα στον κόσμο των εμπορευμάτων. Το μυστικό δεν είναι ότι τα πράγματα κρύβουν κάτι. Είναι ότι μια κοινωνική σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους παίρνει, στα μάτια των ίδιων των ανθρώπων, τη φανταστική μορφή μιας σχέσης ανάμεσα σε πράγματα.
Αυτή η μη αναγνώριση, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε με έναν όρο δανεισμένο από τη μεταγενέστερη θεωρία της misrecognition, (της λανθασμένης αναγνώρισης, της παρανόησης και εν τέλει της απόκρυψης), δεν είναι απλή πλάνη που θα διορθωνόταν με περισσότερη διαφώτιση. Είναι δομικό αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου τρόπου οργάνωσης της εργασίας, εκείνου όπου οι ιδιωτικές εργασίες γίνονται κοινωνικές μόνο μέσα από την ανταλλαγή των προϊόντων τους στην αγορά. Οι παραγωγοί δεν έρχονται σε άμεση κοινωνική επαφή, έρχονται σε επαφή μόνο μέσω των πραγμάτων που παράγουν, και έτσι η κοινωνική τους σχέση τους επιστρέφεται μεταμφιεσμένη σε ιδιότητα των ίδιων των πραγμάτων. Αυτό το νήμα, μιας πραγματικής, ιστορικά παραγόμενης σχέσης που εμφανίζεται στη συνείδηση όσων τη βιώνουν ως φυσική, αναπόδραστη ιδιότητα ενός προσώπου ή μιας ομάδας, είναι το νήμα που θα διατρέξει ολόκληρο αυτό το κείμενο, από το εμπόρευμα μέχρι τον άνθρωπο, από την αγορά μέχρι το έθνος, από τον δέκατο ένατο αιώνα μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο που ζούμε σήμερα.
ΙΙ. Η αλλοτρίωση: ουσία ή δομή;
Ο ίδιος ο Μαρξ, στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844, είχε ήδη περιγράψει το φαινόμενο με άλλους όρους, πριν καν φτάσει στην αυστηρή ανάλυση της αξίας. Μιλά εκεί για τέσσερα είδη αλλοτρίωσης: την αλλοτρίωση του εργάτη από το προϊόν της εργασίας του, που του γίνεται ξένη, εχθρική δύναμη· την αλλοτρίωση από την ίδια την πράξη της εργασίας, που παύει να είναι ελεύθερη έκφραση και γίνεται απλώς μέσο επιβίωσης· την αλλοτρίωση από το Gattungswesen, το γένος, την ικανότητα δηλαδή του ανθρώπου να παράγει ελεύθερα και συνειδητά ως ον του είδους του· και τέλος την αλλοτρίωση του ανθρώπου από τον άλλο άνθρωπο, συνέπεια των τριών προηγούμενων.
Υπάρχει εδώ μια ένταση που κανείς σοβαρός αναγνώστης του Μαρξ δεν μπορεί να προσπεράσει: ο νέος Μαρξ μιλά για αλλοτρίωση με βάση μια υποτιθέμενη ανθρώπινη ουσία από την οποία ο εργάτης αποκόπτεται, ενώ ο ώριμος Μαρξ του φετιχισμού δεν επικαλείται καμία ουσία, μόνο μια ιστορικά συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής σχέσης. Ουσία εναντίον δομής, θα λέγαμε, δύο διαφορετικές λογικές μυστικοποίησης που συνυπάρχουν, όχι πάντα άνετα, μέσα στο ίδιο έργο. Αυτή η ένταση δεν είναι φιλολογική λεπτομέρεια. Είναι το πρώτο από τα τρία ζεύγη εννοιολογικών αξόνων που θα μας συνοδεύσουν σε όλη τη διαδρομή, γιατί κάθε φορά που μια κοινωνική σχέση παρουσιάζεται ως φυσική ιδιότητα, τίθεται ξανά το ίδιο ερώτημα: μιλάμε για απώλεια μιας γνήσιας ανθρώπινης φύσης, ή για παραγωγή μιας ψευδούς φύσης εκεί όπου δεν υπήρχε καμία εξαρχής;
Οι μεταγενέστερες αναγνώσεις της αλλοτρίωσης θα κληρονομήσουν αυτή ακριβώς τη διχοτόμηση, άλλοτε στρεφόμενεςπρος τη μία πλευρά, άλλοτε προς την άλλη. Ο Λούκατς μιλά για πραγμοποίηση, δείχνοντας πώς η εμπορευματική μορφή διαπερνά κάθε πτυχή της κοινωνικής συνείδησης. Ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ εντοπίζουν στην αλλοτρίωση τη ρίζα της ίδιας της εργαλειακής λογικής, ενώ ο Μαρκούζε περιγράφει έναν άνθρωπο τόσο βαθιά αλλοτριωμένο ώστε να μην αναγνωρίζει καν την αλλοτρίωσή του, αφού και οι ίδιες του οι ανάγκες έχουν κατασκευαστεί από το σύστημα που τον καταπιέζει. Ο Έριχ Φρομ, αντίθετα, επιμένει στην πρώιμη, ουσιοκρατική εκδοχή, διαβάζοντας την αλλοτρίωση ως απώλεια αυθεντικότητας. Ο Σαρτρ προσφέρει μια υπαρξιακή εκδοχή μέσω της σειριακότητας και του practico-inert, όπου η ίδια η ανθρώπινη δράση στερεοποιείται απέναντι στους ανθρώπους που την παρήγαγαν. Και σε ρήξη με όλους αυτούς, ο Αλτουσέρ απορρίπτει την έννοια της αλλοτρίωσης στο σύνολό της ως ιδεολογικό κατάλοιπο ενός ακόμη εγελιανού, νεαρού Μαρξ, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει επιστημολογική τομή ανάμεσα σε αυτόν και στον ώριμο, επιστημονικό Μαρξ του Κεφαλαίου.
Δεν χρειάζεται εδώ να διαιτητεύσουμε αυτή τη διαμάχη, είναι άλλωστε παλιά, γνωστή και ακόμα ζωντανή. Αρκεί να κρατήσουμε το εργαλείο που μας δίνει: η αλλοτρίωση, σε οποιαδήποτε εκδοχή της, περιγράφει πάντα μια στιγμή όπου κάτι που παρήχθη από ανθρώπινη σχέση επιστρέφει στους ανθρώπους σαν να ήταν ξένο, φυσικό και δεδομένο. Και αυτό το σχήμα, όπως θα δούμε, δεν παραμένει καθηλωμένο στο πεδίο της εργασίας. Μεταναστεύει.


ΙΙΙ. Ο Μπαλιμπάρ και η φαντασιακή εθνότητα
Η πρώτη, και ίσως πιο άμεση, μετανάστευση του φετιχισμού από το πράγμα στον άνθρωπο βρίσκεται στον Ετιέν Μπαλιμπάρ, στην έννοια της fictive ethnicity, της φαντασιακής ή επινοημένης εθνότητας, που αναπτύσσει μαζί με τον Ιμάνουελ Βαλερστάιν στο Race, Nation, Class. Ο Μπαλιμπάρ δείχνει ότι κανένα έθνος δεν διαθέτει εξαρχής μια φυσική, δεδομένη ενότητα· για να συγκροτηθεί ως κοινότητα που αισθάνεται τον εαυτό της ως συνέχεια αίματος και καταγωγής, χρειάζεται να μετατρέψει ιστορικά συμπτωματικές, πολιτικά παραγμένες σχέσεις, μια γλώσσα που επιβλήθηκε, ένα σύνορο που χαράχτηκε, μια καταγωγή που κατασκευάστηκε αναδρομικά, σε κάτι που βιώνεται σαν φυσικός δεσμός. Η λέξη fictive εδώ δεν σημαίνει ψεύτικη με την έννοια του απατηλού· σημαίνει ακριβώς αυτό που σημαίνει ο φετιχισμός στον Μαρξ, κατασκευασμένη αλλά βιωμένη ως δεδομένη, αποτελεσματική ακριβώς επειδή δεν αναγνωρίζεται ως κατασκευή.
Η γέφυρα εδώ δεν χρειάζεται καμία εξωτερική αναλογία, γιατί ο ίδιος ο Μπαλιμπάρ γράφει ρητά μέσα στη μαρξιστική παράδοση, με τον ίδιο τον τίτλο του βιβλίου του να δηλώνει τη συνέχεια: φυλή, έθνος, τάξη. Η κοινωνική σχέση που παράγει το έθνος, σχέσεις εξουσίας, γλωσσικής επιβολής, οικονομικής ενσωμάτωσης, εξαφανίζεται πίσω από την αίσθηση ενός δεσμού αίματος που φαίνεται να προϋπήρχε πάντα. Η ίδια ακριβώς κίνηση που κάνει το εμπόρευμα να φαίνεται σαν να είχε πάντα αξία, κάνει και το έθνος να φαίνεται σαν να είχε πάντα ουσία.
ΙV. Ο Φανόν και το σώμα ως ουσιοποιημένο σημείο
Ο Φρανς Φανόν προχωρά την κίνηση ένα βήμα παραπέρα, από το έθνος στο σώμα. Στο Black Skin, White Masks περιγράφει τη στιγμή όπου ο μαύρος άνθρωπος συναντά το βλέμμα του λευκού παιδιού που φωνάζει «να, ένας νέγρος», και σε αυτή τη στιγμή το σώμα του δεν του ανήκει πια, του επιστρέφεται ως αντικείμενο, ως ουσία, ως κάτι δεδομένο και όχι ως αποτέλεσμα μιας ιστορικής, αποικιακής σχέσης. Η φυλετική ουσιοποίηση δεν είναι δεδομένη, κατασκευάζεται από το βλέμμα του αποικιοκράτη και μετά βιώνεται από το ίδιο το θύμα της ως κάτι εγγενές στο σώμα του. Η αλλοτρίωση εδώ είναι διπλή: αλλοτρίωση από την εργασία, όπως στον κλασικό Μαρξ, αλλά και αλλοτρίωση από το ίδιο το είναι, που επιστρέφει στον άνθρωπο ως ξένη, παγιωμένη εικόνα.
Αυτό είναι το σημείο όπου ο δεύτερος άξονάς μας, ολότητα εναντίον καθημερινότητας, αρχίζει να λειτουργεί. Η ανάλυση του Φανόν δεν μιλά για σύστημα εν αφαιρέσει, μιλά για ένα συγκεκριμένο βλέμμα, σε έναν συγκεκριμένο δρόμο, σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Η μη αναγνώριση δεν συμβαίνει μόνο σε επίπεδο θεσμών, συμβαίνει και στο ελάχιστο, καθημερινό σημείο επαφής ανάμεσα σε δύο σώματα.
- Ο Μπέμπε και η νεκροπολιτική
Ο Ακίλε Μπέμπε θεσμοποιεί αυτή την ουσιοποίηση σε πρακτική εξουσίας με την έννοια της νεκροπολιτικής, το δικαίωμα να αποφασίζεις ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, ποιος αξίζει προστασία και ποιος μπορεί να εγκαταλειφθεί, να πολιορκηθεί, να αφεθεί χωρίς καύσιμα, χωρίς φάρμακα, χωρίς τροφή, χωρίς η πράξη αυτή να λογοδοτήσει πουθενά. Η νεκροπολιτική είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, ο φετιχισμός φτασμένος στην πιο ακραία υλική του συνέπεια: η αξία ενός ανθρώπινου σώματος, η αξία του να επιτραπεί να ζήσει, εμφανίζεται σαν να απορρέει από μια φυσική, γεωγραφική ή εθνοτική του θέση, ενώ στην πραγματικότητα παράγεται από ένα σύστημα παγκόσμιας ανισομερούς κατανομής ισχύος που κανείς δεν θέλει να το δει ως τέτοιο, ακριβώς επειδή έχει μάθει να το βλέπει ως «τάξη πραγμάτων».
Εδώ κλείνει ο δεύτερος άξονας στη μεγαλύτερη δυνατή κλίμακά του, εκείνη όπου η ολότητα του συστήματος αποφασίζει ποιος ζει, και ανοίγει το ερώτημα του τρίτου: αν αυτός ο μηχανισμός φέρει μέσα του τη δυνατότητα της δικής του υπέρβασης, ή αν έχει γίνει τόσο ολοκληρωτικός ώστε να μην αφήνει πια χώρο ούτε καν για να αναγνωριστεί.
VΙ. Ο Ζιράρ και η επιμονή του μηχανισμού
Ο Ρενέ Ζιράρ προσφέρει εδώ κάτι που κανένας από τους προηγούμενους στοχαστές δεν προσφέρει με την ίδια ακρίβεια μηχανισμού. Πρόκειται για μια περιγραφή του πώς η αντιπαλότητα παράγεται δομικά, μέσα από τη μιμητική επιθυμία, και μετά εκτονώνεται πάνω σε ένα θύμα-αποδιοπομπαίο τράγο που η κοινότητα ιεροποιεί σαν να ήταν πραγματικά ένοχο, σαν να κουβαλούσε μέσα του την πραγματική αιτία της κρίσης. Η μεθοδολογική συγγένεια με τον Μαρξ είναι εντυπωσιακή. Και οι δύο περιγράφουν μια μη αναγνώριση όπου μια κοινωνική διαδικασία, η ανταλλαγή στον έναν, η μιμητική βία στον άλλο, εμφανίζεται στη συνείδηση όσων τη βιώνουν ως εγγενής ιδιότητα ενός πράγματος ή ενός προσώπου.
Η διαφορά τους όμως είναι κρίσιμη, και είναι η πιο δύσκολη, πιο τίμια ερώτηση που μπορεί να θέσει αυτό το κείμενο στον εαυτό του. Ο Μαρξ πιστεύει ότι η αποκάλυψη του μηχανισμού, η κριτική συνείδηση, μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική υπέρβαση. Ο Ζιράρ είναι πολύ πιο δύσπιστος. Ο μηχανισμός του αποδιοπομπαίου τράγου επανέρχεται ξανά και ξανά, ακόμα και όταν εν μέρει αποκαλύπτεται, γιατί η ανάγκη μιας κοινότητας για συνοχή μέσω κοινού εχθρού δεν είναι απλώς ιδεολογικό επιφαινόμενο που διαλύεται με τη γνώση, είναι δομικά ανθεκτική. Δεν χρειάζεται η απέναντι πλευρά να έχει καν συγκροτημένη μορφή για να λειτουργήσει ως θύμα· αρκεί μία πλευρά να διαθέτει τη δύναμη να την ονομάσει εχθρό.



VΙI. Ο γενικευμένος εμφύλιος πόλεμος του σήμερα
Φτάνουμε έτσι στο σημείο όπου όλοι αυτοί οι μηχανισμοί συνυπάρχουν, όχι διαδοχικά, όχι ως ιστορία ιδεών, αλλά ταυτόχρονα, μέσα στην ίδια στιγμή που ζούμε. Ο κόσμος σήμερα βρίσκεται, θα τολμούσα να πω, σε ένα είδος γενικευμένου εμφυλίου πολέμου, όχι μόνο ανάμεσα σε κράτη αλλά και στο εσωτερικό τους, μια βαθιά διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτούς που ονομάζονται «δικοί μας» και αυτούς που ονομάζονται «άλλοι», «φίλοι και εχθροί», εσωτερικοί ή εξωτερικοί, μια γραμμή που δεν σταματά στα σύνορα αλλά διαπερνά και τις ίδιες τις κοινωνίες.
Η μία πλευρά αυτού του εμφυλίου έχει σήμερα δηλωμένη, ορατή, σχεδόν επιδεικτική δύναμη. Η στρατιωτική επιχείρηση απαγωγής και φυλάκισης του Βενεζουελανού προέδρου τον Ιανουάριο του 2026, το πετρελαϊκό μπλόκο που επιβλήθηκε στη συνέχεια στην Κούβα, με αποτέλεσμα μια ανθρωπιστική κρίση που ο ίδιος ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα καταλόγισε ρητά στην αμερικανική διοίκηση, οι δημόσιες απειλές επέκτασης προς τη Γροιλανδία, την Κολομβία, το Ιράν, ο ενεργός πόλεμος με το Ιράν, όλα αυτά δεν είναι μεταφορές, είναι η υλική, τεκμηριωμένη μορφή που παίρνει σήμερα η δηλωμένη πλευρά αυτού του εμφυλίου, με τον τραμπισμό ως την πιο ορατή, αλλά όχι τη μοναδική, έκφρασή της, εφόσον αντίστοιχες δυναμικές αναδύονται και στην Ευρώπη και, με την έμμεση ή άμεση συνδρομή της ίδιας πολιτικής, στη Λατινική Αμερική.
Η άλλη πλευρά, αυτή των «άλλων» και των αδύναμων, δεν στερείται εντελώς συνοχής, θα ήταν λάθος να το πούμε έτσι, υπάρχουν συγκλίσεις, υπάρχει νομική κινητοποίηση μέσω διεθνών δικαστηρίων, υπάρχει ένα χαλαρό δίκτυο αλληλεγγύης του λεγόμενου Global South. Αλλά αυτή η συνοχή είναι ασύμμετρη ως προς τη δύναμη και τη θεσμική νομιμοποίηση, και αυτή η ασυμμετρία είναι που επιτρέπει στον μηχανισμό επιβολής και καταστολής να λειτουργεί τόσο ανοιχτά σήμερα. Και εδώ ο Ζιράρ μας δίνει το κρίσιμο εργαλείο: ο μηχανισμός του αποδιοπομπαίου τράγου δεν χρειάζεται συμμετρική αντιπαράθεση δύο ίσων δυνάμεων για να λειτουργήσει. Χρειάζεται μόνο μία πλευρά με τη δύναμη να ονομάσει τον εχθρό, ασχέτως αν πρόκειται για ένα κράτος, έναν λαό, μια θρησκευτική ή εθνοτική ομάδα, και μία άλλη πλευρά που γίνεται θύμα ακριβώς επειδή δεν διαθέτει την ισχύ να αντισταθεί στην ίδια την ονομασία.
Αυτό που κάνει αυτόν τον εμφύλιο ιδιότυπο, και όχι απλώς μια ακόμα ιστορική σύγκρουση ισχύος, είναι ότι επαναλαμβάνει με ολοκαίνουργια υλικά, δορυφορικά, ψηφιακά, νομισματικά, τον ίδιο ακριβώς μηχανισμό μη αναγνώρισης που ο Μαρξ εντόπισε στο τραπέζι που στέκεται στο κεφάλι του. Μια σχέση ισχύος, ιστορικά, οικονομικά, γεωπολιτικά παραγμένη, μια σχέση που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει άλλη μορφή, εμφανίζεται στη συνείδηση όσων τη βιώνουν, και δυστυχώς και σε πολλούς από όσους απλώς την παρακολουθούν, ως φυσική, αναπόδραστη, σχεδόν ηθικά αυτονόητη διαφορά ανάμεσα σε φίλο και εχθρό, ανάμεσα σε αυτούς που αξίζουν προστασία και αυτούς που δεν αξίζουν. Ο εμφύλιος πόλεμος του σήμερα είναι, με αυτή την έννοια, ο φετιχισμός του ανθρώπου από τον άνθρωπο.
VΙII. Επίλογος: ένα ανοιχτό ερώτημα
Επιστρέφουμε, λοιπόν, εκεί από όπου ξεκινήσαμε, στο τραπέζι που στέκεται στο κεφάλι του, μόνο που το τραπέζι σήμερα έχει πάρει την πιο βαριά δυνατή μορφή, το ίδιο το ανθρώπινο σώμα, ο ίδιος ο λαός, το ίδιο το έθνος που ονομάζεται εχθρός. Το ερώτημα που αφήνουμε ανοιχτό, γιατί θα ήταν ανέντιμο να το κλείσουμε με ψεύτικη βεβαιότητα, είναι αν η αποκάλυψη αυτού του μηχανισμού, η κριτική συνείδηση που επιχειρεί (και) το ίδιο αυτό κείμενο, μπορεί ακόμα, όπως πίστευε ο Μαρξ, να συμβάλει σε μια πραγματική υπέρβαση, ή αν έχουμε φτάσει στο σημείο που περιέγραφε ο Ζιράρ, εκεί όπου ο μηχανισμός επιμένει ακόμα και όταν αποκαλύπτεται πλήρως, γιατί η ανάγκη μιας κοινότητας, ή μιας εξουσίας, για κοινό εχθρό δεν διαλύεται με τη γνώση. Ίσως η μόνη τίμια απάντηση, προς το παρόν, είναι ότι δεν υπάρχει ακόμα απάντηση, μόνο η επιλογή να μείνουμε σε επαγρύπνηση απέναντι στον μηχανισμό, χωρίς να ξέρουμε αν αυτό αρκεί.
Βιβλιογραφία
Καρλ Μαρξ, Ο Φετιχιστικός Χαρακτήρας του Εμπορεύματος και το Μυστικό του, μετάφραση Σάββας Μιχαήλ, εκδόσεις Άγρα, 2026.
Καρλ Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, μετάφραση ΑποστόληςΛυκούργος, Αθήνα 2012.
Ετιέν Μπαλιμπάρ και Ιμάνουελ Βαλερστάιν, Φυλή, έθνος, τάξη. Οι διφορούμενες ταυτότητες, μετ. Ελεφάντης Άγγελος. Καλαφάτη Ελένη, Νήσος, Αθήνα 2017
Τσιαμούρας Παναγιώτης, Φρανς Φανόν. Ο Νέγρος και ο Άλλος. Για μια διαλεκτική της αναγνώρισης, Jacobin Greece, 06/12/2023 (αναφορά στο Μαύρο Δέρμα, Λευκές Μάσκες– Peau noire, masques blancs- του Φρανς Φανόν)
Ακίλε Μπέμπε, Νεκροπολιτική. Το άρθρο. Μετάφραση Γιώργος Χαρλαμπίτας, επίμετρο Μαρία Ουζούνη, Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2020.
Ρενέ Ζιράρ, Το Εξιλαστήριο Θύμα. Η Βία και το Ιερό. Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης, πρώτη έκδοση Εξάντας 1991, επανέκδοση Πλέθρον 2017.




