[i]Ο άνθρωπος ως ον γένους: από τον Φόυερμπαχ στον Μαρξ – γράφει ο Γιώργος Κρανιδιώτης

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να διερευνήσει την περίφημη έννοια ον γένους  (ή ειδολογικό ον, ειδολογική ύπαρξη, Gattungswesen), και επομένως τη διαφορά του ανθρώπου από το ζώο, στα γραπτά του νεαρού Μαρξ. Δοθέντος ότι ο Μαρξ παραλαμβάνει την έννοια αυτή από τον Φόυερμπαχ, θα ξεκινήσουμε την έρευνά μας από τον τελευταίο.

 Φόυερμπαχ

 Σύμφωνα με τον Φόυερμπαχ, η ουσιώδης διαφορά του ανθρώπου από το ζώο είναι η «συνείδηση με την αυστηρή έννοια»· τέτοια συνείδηση «υφίσταται μόνο εκεί όπου το αντικείμενο για ένα ον είναι το γένος του, η οντότητά του».[ii] Το ζώο έχει μεν μια υποτυπώδη μορφή συνείδησης, η οποία συνίσταται στην αίσθηση του εαυτού του, στην εμπειρία του εαυτού του ως ατομικού όντος, πλην όμως δεν δύναται να καταστήσει αντικείμενο σκέψης το είδος του, τον χαρακτηριστικό τρόπο της ύπαρξής του. Αντίθετα, ο καθ’ έκαστον άνθρωπος μπορεί να αναρωτηθεί: τι είναι ο καθόλου άνθρωπος, ποια η ουσία του, ποιες οι ουσιώδεις δυνάμεις του; Ειρήσθω εν παρόδω: η ουσία του ανθρώπου, την οποία συνειδητοποιεί ο ατομικός άνθρωπος, απαρτίζεται, κατά τον Γερμανό φιλόσοφο, από την τριάδα: Λόγος, βούληση, καρδιά (αγάπη). Αυτές είναι οι τρεις «ανώτατες δυνάμεις» που θεμελιώνουν και συγκροτούν την «απόλυτη ουσία του ανθρώπου ως ανθρώπου»,  και συνθέτουν τον σκοπό της ύπαρξής του. Μάλιστα πρόκειται για αυτοσκοπούς: «ποιος είναι ο σκοπός του Λόγου; Ο Λόγος. Της αγάπης; Η αγάπη. Της βούλησης; Η ελευθερία της βούλησης. Γνωρίζουμε για να γνωρίζουμε, αγαπάμε για να αγαπάμε, θέλουμε για να θέλουμε, δηλαδή να είμαστε ελεύθεροι».[iii]

Ο Φόυερμπαχ επισημαίνει την ετυμολογική προέλευση της συνείδησης από το ειδέναι και συνδέει την ύπαρξη συνείδησης με την ικανότητα για επιστήμη: «επιστήμη είναι η συνείδηση των γενών».[iv] Στην καθημερινή ζωή, συναναστρεφόμαστε ατομικές οντότητες, αλλά στην επιστήμη μελετάμε γένη. Η επιστήμη προϋποθέτει τη συνείδηση με την αυστηρή έννοια, διότι μόνο ένα ον που δύναται να καταστήσει αντικείμενο σκέψης το ίδιο το γένος του, μπορεί να συλλάβει και τα γένη των πραγμάτων που το περιβάλλουν. Έτσι, το μόνο ον ικανό για επιστήμη είναι ο άνθρωπος. Τα ζώα δεν έχουν επιστήμη, όπως δεν έχουν και θρησκεία. Ακριβώς επειδή έχει συνείδηση της ουσίας του, μπορεί ο άνθρωπος  να τη μεταθέσει και να την εξαντικειμενικεύσει σε ένα άλλο ον εκτός αυτού, ένα φανταστικό υπεράνθρωπο ον το οποίο λατρεύει, τον Θεό.

Το ζώο διάγει έναν «απλό βίο», δηλαδή ζει άμεσα στο περιβάλλον του, υποτελές στις ορμές του· δεν μπορεί να πάρει απόσταση από τον εαυτό του, τουτέστιν να τον σκεφτεί ως αντικείμενο, να αναστοχαστεί. Απεναντίας, ο βίος του ανθρώπου είναι «διπλός»: «εξωτερικός» και «εσωτερικός». Ο εξωτερικός βίος είναι η ζωή των αναγκών, της εργασίας, της τροφής, της καθημερινής δράσης· ο εσωτερικός βίος είναι η ζωή της αυτοσυνείδησης, όταν το άτομο τρόπον τινά διπλασιάζεται και συνδιαλέγεται με τον ίδιο τον εαυτό του: «Ο άνθρωπος είναι για τον εαυτό του ταυτόχρονα Εγώ και Εσύ».[v] Η αυτοσυνείδηση επιτρέπει στον άνθρωπο να αυτοδιχάζεται, να είναι συγχρόνως: το υποκείμενο που σκέπτεται, και το αντικείμενο της σκέψης του, ο γιγνώσκων και ο γιγνωσκόμενος. Ο Γερμανός φιλόσοφος τονίζει: «Ο εσωτερικός βίος του ανθρώπου είναι ο βίος σε σχέση με το γένος του, την ουσία του»·[vi] ήτοι η αυτοσυνείδηση ισοδυναμεί με την αυτεπίγνωση του ατόμου ως ανθρώπου εν γένει, με τη σύλληψη του εαυτού του ως μέλους της ανθρωπότητας. Όλα αυτά απουσιάζουν από το ζώο, το οποίο ασφαλώς επιτελεί κάποιες λειτουργίες γένους, όπως η αναπαραγωγή και η επικοινωνία, ωστόσο, για να τις επιτελέσει, χρειάζεται πάντοτε ένα άλλο άτομο έξω από αυτό, ενώ ο άνθρωπος μπορεί να επιτελεί τις λειτουργίες γένους της σκέψης και της ομιλίας, ακόμη και κατά μόνας! Όταν π.χ. κάθεται μοναχός και συλλογίζεται, λύνει ένα μαθηματικό πρόβλημα ή γράφει ένα βιβλίο, χρησιμοποιώντας έννοιες, λογικούς κανόνες, γλώσσα. Σημειωτέον ότι, και υπ΄αυτές τις συνθήκες, η σκέψη και η ομιλία δεν παύουν να αποτελούν λειτουργίες γένους, καθώς οι μεν έννοιες και οι λογικοί κανόνες είναι καθολικοί, αφορούν σε κάθε άνθρωπο, η δε γλώσσα δεν είναι ιδιωτική, αλλά ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, της οποίας και συνιστά δημιούργημα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαρξ

Για τον Μαρξ, ο άνθρωπος είναι ον γένους, κατ’ αρχάς επειδή καθιστά αντικείμενό του το γένος, τόσο το δικό του όσο και των υπολοίπων πραγμάτων, αφενός θεωρητικά (εδώ ισχύει ό,τι ειπώθηκε παραπάνω για τον Φόυερμπαχ), αφετέρου πρακτικά.[vii] Καθιστώ πρακτικά αντικείμενό μου το γένος των υπολοίπων πραγμάτων σημαίνει: Μπορώ να δράσω πάνω σε ολόκληρα είδη, όχι μόνο πάνω σε μεμονωμένα πράγματα, π.χ. με την καλλιέργεια φυτών ή την εξημέρωση και εκτροφή ζώων. Επίσης, μπορώ να σχετιστώ πρακτικά με κάθε πράγμα, σύμφωνα με τη δική του φύση και τις ανάγκες του είδους του -όχι μόνο σύμφωνα με τις δικές μου. Π.χ. μπορώ να φτιάξω έναν στάβλο για τα άλογα, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τις δικές μου ανάγκες, αλλά και τις ανάγκες αναπαραγωγής, διατροφής και ανάπτυξης του συγκεκριμένου είδους. Καθιστώ πρακτικά αντικείμενό μου το δικό μου γένος σημαίνει: μέσω της εργασίας, της υλικής μου δραστηριότητας, της πράξης μου πάνω στον κόσμο, δεν επιβιώνω απλώς ατομικά, αλλά αναπαράγω και αναπτύσσω το ανθρώπινο είδος. Πώς; Πρώτον, παράγω για άλλους ανθρώπους, όχι μόνο για τον εαυτό μου. Όταν φτιάχνω ένα εργαλείο, ένα ρούχο, μια γέφυρα, δεν το κάνω μόνο για την άμεση ατομική μου ανάγκη -το προϊόν εντάσσεται σε έναν κόσμο κοινό, χρησιμεύει σε άλλους, μεταβιβάζεται, χρησιμοποιείται από επόμενες γενιές. Η εργασία μου γίνεται έτσι πράξη που αφορά στο είδος συνολικά, όχι μόνο σε μένα. Δεύτερον, αξιοποιώ και συνεχίζω μια συλλογική, διαγενεακή ικανότητα. Όταν εργάζομαι, δεν εφευρίσκω τίποτα από το μηδέν -μεταχειρίζομαι γλώσσα, τεχνικές, εργαλεία, γνώσεις που έχει συσσωρεύσει η ανθρωπότητα επί αιώνες. Η ατομική μου πράξη είναι στην πραγματικότητα η ενεργοποίηση μιας ειδολογικής δύναμης. Τρίτον, στο πλαίσιο της κοινωνικής/συνεργατικής εργασίας και παραγωγής, σχετίζομαι με τους άλλους ανθρώπους όχι ως ξένους, αλλά ως συνανθρώπους, μέλη του ιδίου είδους με μένα.

Έπειτα, ο άνθρωπος είναι ον γένους, «επειδή φέρεται προς εαυτόν ως το παροντικό, ζωντανό γένος»,[viii] δηλαδή επειδή βιώνει τον εαυτό του ως ατομική ενσάρκωση του ανθρώπινου γένους, ως ζωντανή, παρούσα, εκδήλωση της ανθρωπότητας, ωσάν στο πρόσωπό του να ενοικεί ολόκληρη η ανθρώπινη φύση και να εκφράζονται όλες οι ανθρώπινες ουσιώδεις δυνάμεις. Ακόμη, «επειδή φέρεται προς εαυτόν ως ως ένα ον καθολικό, και ως εκ τούτου ως ένα ελεύθερο ον».[ix] Εν προκειμένω, ο Μαρξ πορίζεται τις έννοιές του από τον Έγελο, συνεπώς χρειάζεται να εφαρμόσουμε την ερμηνευτική αρχή «Μαρξ εξ Εγέλου σαφηνίζειν»,[x] για να κατανοήσουμε τη θέση του. Ας εξετάσουμε λοιπόν τι εννοεί ο Έγελος, όταν φέρ’ ειπείν, στις Παραδόσεις για τη Φιλοσοφία της Θρησκείας του 1827, γράφει πως τα ζώα έχουν ιδιαίτερους (μερικούς)χαρακτήρες, ενώ ο χαρακτήρας της καθολικότητας ανήκει στους ανθρώπους, και συνδέει την καθολικότητα με την ελευθερία.[xi] Το ζώο είναι δέσμιο των φυσικών του προσδιορισμών, τουτέστιν των αναγκών, των ενστίκτων, του περιβάλλοντος όπου ζει. Η φύση του το καθορίζει πλήρως, υπαγορεύοντάς του επιτακτικά τι μπορεί να είναι ή να κάνει. Δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί από αυτήν και να τη μεταμορφώσει συνειδητά. Δεν μπορεί καν να βγει έξω από τον εαυτό του και να τον αναλογιστεί, να τον θέσει ως αντικείμενο. Απεναντίας, ο άνθρωπος, διαθέτει λόγο, αυτοσυνείδηση και ικανότητα αναστοχασμού. Χάρις σ’ αυτά, μπορεί να υπερβεί τις άμεσες φυσικές ορμές και ενστικτώδεις παρορμήσεις του, και να κρίνει τις επιθυμίες του. Μπορεί να σχηματίσει καθολικές έννοιες και να δράσει σύμφωνα με γενικές αρχές, θυσιάζοντας το προσωπικό του συμφέρον. Ένα απλό παράδειγμα της καθολικότητας του ανθρώπου είναι το εξής: Ένα ζώο πεινάει, αναζητεί τροφή και τρώει· η πράξη του ποδηγετείται άμεσα από την ανάγκη. Ένας άνθρωπος επίσης πεινάει, αλλά μπορεί να νηστέψει για θρησκευτικούς λόγους, να κάνει απεργία πείνας για πολιτικούς λόγους ή να μοιραστεί το φαγητό του επειδή θεωρεί ότι αυτό είναι το ηθικά σωστό. Η βιολογική ανάγκη υπάρχει και στις δύο περιπτώσεις, αλλά ο άνθρωπος μπορεί να την υποτάξει σε καθολικούς σκοπούς και έννοιες. Είναι προφανής η σχέση της καθολικότητας με την ελευθερία. Ωστόσο, αυτή η ελευθερία -ως αποδέσμευση από τους φυσικούς προσδιορισμούς και ως υπεροχή απέναντι σε κάθε μερικότητα- παραμένει για τον Έγελο μια «αφηρημένη», αρνητική ελευθερία. Η πραγματική, θετική ελευθερία έρχεται όταν ο άνθρωπος θεσπίζει λογικούς νόμους και θεσμούς, στους οποίους αναγνωρίζει τον ίδιο του τον εαυτό, την καθολικότητά του αντικειμενοποιημένη, και δεν συμμορφώνεται σαν σε κάτι ξένο, από εξωτερικό καταναγκασμό.

Ο Μαρξ συνεχίζει, επισημαίνοντας ένα κοινό σημείο ανθρώπου-ζώου: «Ο βίος γένους, τόσο στον άνθρωπο όσο και στο ζώο, συνίσταται σωματικά εν πρώτοις στο ότι ο άνθρωπος (όπως και το ζώο) ζει από την ανόργανη φύση»,[xii] δηλαδή και τα δύο, ως βιολογικά όντα, εξαρτώνται σωματικά από την ανόργανη (ενν. μη ανθρώπινη) φύση (αέρας, νερό, φως, μέταλλα, πετρώματα, αλλά και οργανικά προϊόντα όπως φυτά και ζώα). Κανένα ζωντανό ον δεν είναι αύταρκες· ζει τρώγοντας, αναπνέοντας, χρησιμοποιώντας κάτι έξω από τον εαυτό του. Αυτό είναι το πρώτο, στοιχειώδες επίπεδο του «βίου γένους». Αλλά, «όσο πιο καθολικός είναι ο άνθρωπος σε σύγκριση με το ζώο, τόσο πιο καθολικό είναι το πεδίο της ανόργανης φύσης από την οποία ζει».[xiii] Εδώ μπαίνει η ποσοτική (και κατ’ επέκτασιν ποιοτική) διαφορά. Το ζώο εξαρτάται μόνο από ένα στενό, περιορισμένο και βιολογικά/ενστικτωδώς καθορισμένο τμήμα της φύσης (π.χ. η κάμπια τρώει μόνο συγκεκριμένα φύλλα). Ο άνθρωπος, αντίθετα, μπορεί δυνητικά να αντλήσει ζωή από ολόκληρη τη φύση -κάθε φυτό, ζώο, ορυκτό, στοιχείο δυνατόν να γίνει γι’ αυτόν πηγή τροφής και ενέργειας, υλικό για κατασκευές, εργαλείο. Όσο πιο καθολικό είναι ένα ον (ήγουν όσο λιγότερο περιορισμένο σε μία στενή, ενστικτώδη σχέση με τη φύση), τόσο μεγαλύτερο είναι το εύρος της φύσης που μπορεί να ενσωματώσει στη ζωή του. Ο Μαρξ φθάνει να αποφανθεί: «Η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου, δηλαδή η φύση εκείνη που δεν αποτελεί η ίδια ανθρώπινο σώμα».[xiv] Το να πούμε, ότι ο σωματικός και πνευματικός βίος του ανθρώπου συναρτάται με τη φύση, είναι το ίδιο σαν να λέμε, ότι η φύση συναρτάται με τον εαυτό της, αφού ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα κομμάτι της φύσης.

Τελικά, για τον Μαρξ, αυτό το οποίο κυρίως διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο, αυτό για το οποίο και μόνο ο άνθρωπος είναι ον γένους, είναι η ελεύθερη, συνειδητήβιοτική δραστηριότητα: «Το ζώο είναι άμεσα ένα και το αυτό με τη βιοτική δραστηριότητά του. Δεν διακρίνεται από αυτήν. Είναι αυτή. Ο άνθρωπος καθιστά την ίδια τη βιοτική δραστηριότητά του αντικείμενο της βούλησης και της συνείδησής του».[xv] Το ζώο δεν επιλέγει συνειδητά τον τρόπο της ζωής του· ο αετός πετά, η μέλισσα φτιάχνει κηρήθρες, ο κάστορας χτίζει φράγματα· κανένα από τα όντα αυτά δεν μπορεί να σταθεί απέναντι στη βιοτική του δραστηριότητα και να πει: «Θα μπορούσα να ζήσω διαφορετικά». Απεναντίας, η ζωή του ανθρώπου έχει έναν ανακλαστικό χαρακτήρα. Ο άνθρωπος μπορεί να πάρει απόσταση από τη φυσική αμεσότητά του, να κρίνει τον τρόπο που ζει, να αλλάξει τη ζωή του, να της δώσει έναν ελεύθερα επιλεγμένο σκοπό. Μπορεί να αναστοχαστεί την εργασία του, αναρωτώμενος: «Γιατί εργάζομαι;» «Πώς θέλω να εργαστώ;» «Τι θέλω να δημιουργήσω;»

Η πρακτική παραγωγή ενός αντικειμενικού κόσμου είναι ο έμπρακτος βίος γένους του ανθρώπου. Είναι ακριβώς στην επεξεργασία της ανόργανης φύσης όπου επιβεβαιώνεται ο άνθρωπος πραγματικά ως ένα ελεύθερο και συνειδητό ον γένους: «Βέβαια και το ζώο παράγει. Χτίζει μια φωλιά, κατοικίες, όπως οι μέλισσες, οι κάστορες, τα μυρμήγκια κ.λπ. Αλλά παράγει μόνο αυτό που χρειάζεται άμεσα για το ίδιο ή για τα μικρά του· παράγει μονόπλευρα, ενώ ο άνθρωπος παράγει καθολικά· το ζώο παράγει μόνο υπό την κυριαρχία της άμεσης σωματικής ανάγκης, ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος παράγει ελεύθερος από τη σωματική ανάγκη και παράγει αληθινά μόνο όταν είναι ελεύθερος από αυτήν· […] ο άνθρωπος μορφοποιεί συνεπώς επίσης σύμφωνα με τους νόμους της ομορφιάς».[xvi] Με την εργασία, ο άνθρωπος αναδιπλασιάζει τον εαυτό του, όχι μόνο νοητικά (στη συνείδηση), αλλά έμπρακτα, πραγματικά· εποπτεύει τον εαυτό του σε έναν κόσμο που έχει ο ίδιος δημιουργήσει. Η φύση εμφανίζεται ως δικό του έργο και ως δική του πραγματικότητα: «Το αντικείμενο της εργασίας είναι συνεπώς η εξαντικειμενίκευση του βίου γένους του ανθρώπου».[xvii] Στην κεφαλαιοκρατία, η αποξενωμένη εργασία υποβιβάζει τον βίο γένους του ανθρώπου, τουτέστιν τον παραγωγικό του βίο, από αυτενεργό, ελεύθερη δραστηριότητα, σε μέσο συντήρησης της ατομικής σωματικής του ύπαρξης. Εν ολίγοις, αποσπά τον άνθρωπο από τον βίο γένους του, με αποτέλεσμα αυτός να αλλοτριώνεται από τη φύση, τον εαυτό του, το προϊόν της εργασίας του, τους άλλους ανθρώπους, και τελικά από αυτή τούτη την ουσία του.

Ως τώρα, αντλήσαμε από τα Παρισινά (Οικονομικά και Φιλοσοφικά) Χειρόγραφα του 1844, όπου λαμβάνει χώρα η διεξοδικότερη μαρξική διαπραγμάτευση της έννοιας ον γένους αναφορικά με τον άνθρωπο. Για λόγους πληρότητας, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι η εν λόγω έννοια απαντάται και στο Εβραϊκό Ζήτημα (1844) και στα Grundrisse (1858), όπου όμως συζητείται ακροθιγώς. Στο Εβραϊκό Ζήτημα, ο Μαρξ ασκεί κριτική στα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά διακηρύχθηκαν και κατοχυρώθηκαν συνταγματικά από την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση. Θεωρεί ότι «δεν είναι τίποτε άλλο από τα δικαιώματα του μέλους της αστικής κοινωνίας, δηλαδή του εγωιστικού ανθρώπου, του ανθρώπου που είναι χωρισμένος από τον άνθρωπο και από την κοινότητα», που είναι απομονωμένη μονάδα, «ένα άτομο αναφερόμενο στο ατομικό συμφέρον και στην ατομική αυθαιρεσία του».[xviii] Εντός λοιπόν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο άνθρωπος δεν συλλαμβάνεται ως ον γένους, τουτέστιν ως κοινωνικό ον (αυτή φαίνεται να είναι εδώ η σημασία του όρου). Ο δε βίος γένους (που εν προκειμένω ταυτίζεται με την κοινωνία) εμφανίζεται σαν ένα πλαίσιο εξωτερικό προς τα άτομα, που περιορίζει την πρωταρχική τους αυτοτέλεια. Μόνο όταν η ανθρώπινη χειραφέτηση ολοκληρωθεί, δηλαδή από απλώς πολιτική καταστεί και κοινωνική, θα αναιρεθεί «η σύγκρουση της ατομικής-αισθητηριακής ύπαρξης με την ύπαρξη γένους του ανθρώπου»και το άτομο θα γίνει ον γένους (κοινωνικό ον) στον εμπειρικό του βίο, στην εργασία, στις σχέσεις του.[xix] Στα Grundrisse, η σημασία του όρου είναι πιο στενή· σημαίνει «αγελαίο ζώο». Ο Μαρξ γράφει ότι ο άνθρωπος εξατομικεύεται μόνο μέσα στην ιστορική διαδικασία και πως η ανταλλαγή συνιστά ένα από τα κυριότερα μέσα αυτής της εξατομίκευσης. Όμως, αρχικά, «εμφανίζεται σαν ον γένους, μέλος της φυλής, αγελαίο ζώο -αν και καθόλου ζῷον πολιτικὸν με την πολιτική έννοια».[xx]

 

Επίλογος

 Υπό το φως των σύγχρονων επιστημονικών δεδομένων (εξελικτική βιολογία, γνωσιακή επιστήμη, ηθολογία, συγκριτική ψυχολογία), θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί δικαίως ότι ο Μαρξ υπερτονίζει τη διάκριση ανθρώπου-ζώου, δεχόμενος μια ποιοτική ασυνέχεια εκεί όπου στην πραγματικότητα δεν υφίσταται παρά μια διαφορά βαθμού (π.χ. έχει βρεθεί ότι αρκετά ζώα διαθέτουν ικανότητες αυτοαναγνώρισης, σχεδιασμού, ακόμη και χρήσης εργαλείων). Η απολυτοποίηση της διαφοράς ανθρώπου-ζώου οφείλεται προφανώς στη φιλοσοφική εξάρτηση του νεαρού Μαρξ από τον Φόυερμπαχ και τη γερμανική ιδεαλιστική παράδοση (ιδίως τον Έγελο), κατά την οποία ο άνθρωπος ορίζεται από την αυτοσυνείδηση και την ελευθερία. Παραταύτα, φρονούμε πως η αξία των ανθρωπολογικών μαρξικών διδασκαλιών δεν καταργείται, αλλά παραμένει ανεκτίμητη, ειδικά στην εποχή μας, όπου κυριαρχούν η αλλοτρίωση, ο φιλελεύθερος ατομικισμός και ο μικροαστικός ψευδο-ριζοσπαστισμός, ο οποίος τρέφεται από μια ακίνδυνη για την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων «αντι-ουσιοκρατία». Καιρός λοιπόν να επανανακαλύψουμε τον ανθρωπιστικό μαρξισμό!

[i]

[ii] Ludwig Feuerbach, Η ουσία του χριστιανισμού, μτφρ. Θανάσης Γκιούρας, ΚΨΜ, Αθήνα, 2012, σ. 37.

[iii] Ό.π., σ. 38.

[iv] Ό.π., σ. 37.

[v] Ό.π., σ. 38.

[vi] Ό.π., σ. 37.

[vii] Karl Marx, Παρισινά Χειρόγραφα. Στο: Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, μια ανθολογία, μτφρ. Θανάσης Γκιούρας, ΚΨΜ, Αθήνα, 2021, σ. 253.

[viii] Ό.π.

[ix] Ό.π.

[x] Κατά το «Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν» (την ερμηνεία του Ομήρου με τη βοήθεια του ίδιου του Ομήρου), τη σημαντικότερη φιλολογική αρχή της Αλεξανδρινής Σχολής. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η καλύτερη μέθοδος για να κατανοήσουμε μια δύσκολη λέξη ή ένα χωρίο στην Ιλιάδα ή την Οδύσσεια είναι να εξετάσουμε πώς χρησιμοποιεί την ίδια έκφραση ο ποιητής σε άλλα σημεία του έργου του.

[xi] Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Lectures on the Philosophy of Religion: The Lectures of 1827, translated by R. F. Brown, P. C. Hodgson, J. M. Stewart, University of California Press, Los Angeles, 1988, p. 358.

[xii] Marx, ό.π., σ. 253.

[xiii] Ό.π., σ. 253-4.

[xiv] Ό.π., σ. 254.

[xv] Ό.π.

[xvi] Ό.π., σ.255

[xvii] Ό.π.

[xviii] Karl Marx, Για το εβραΪκό ζήτημα. Στο: Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840, μια ανθολογία, ό.π., σσ. 176, 178.

[xix] Ό.π., σσ. 188, 182.

[xx] Καρλ Μαρξ, «Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» (Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie), μτφρ. Διονύσης Διβάρης (ελαφρώς τροποποιημένη), Στοχαστής, Αθήνα, 1989, τόμος Β΄, σ. 374.

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Scroll to Top