Το κεφάλι ως τρόπαιο στην αιχμή του δόρατος: Σημειώσεις για το συνεχές της βίας ή Ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει και να ασκεί τη βία; – γράφει ο Δημήτρης Τρίκας

Λίγα χρόνια πριν από το 1789, ο Louis-Sébastien Mercier περπατούσε στο κέντρο του Παρισιού και κατέγραφε κάτι που κανένας γύρω του δεν έβλεπε πια ως αξιοσημείωτο. Η περιγραφή του τσακίζει κόκκαλα και δίνει το χαρακτηριστικό που ορίζει την εποχή σερβιρισμένο με ενάργεια  και ωμότητα στο πιάτο του αναγνώστη. Γύρω από τα σφαγεία, έγραφε, το αίμα κυλούσε στους δρόμους, πήζει κάτω από τα πόδια σου, τα παπούτσια σου βάφονται κόκκινα. Νεαροί ταύροι έπεφταν στο έδαφος με τα κέρατα δεμένα, ένα βαρύ σφυρί έσπαγε το κρανίο τους, ματωμένα χέρια βυθίζονταν στα αχνιστά ακόμα σπλάχνα τους, και οι χασάπηδες, με άγρια όψη και ρόπαλα πάντα στο χέρι, ήταν διαρκώς έτοιμοι για καβγά. Λίγο πιο πέρα, στις όχθες του Σηκουάνα, κρέμονταν πτώματα πνιγμένων, ανασυρμένα από το ποτάμι και κρεμασμένα από τα πόδια, ένα εντελώς ξεχωριστό είδος καθημερινής φρίκης, άσχετο με τις δημόσιες εκτελέσεις που γίνονταν στις πλατείες. Ένα ζωντανό πρόσωπο που έμοιαζε με κάποιο από τα διαμελισμένα κεφάλια που εξέθετε ο δήμιος είχε ήδη το δικό του όνομα, «mine patibulaire», και ήταν στην εποχή του αναγνωρίσιμη φυσιογνωμική κατηγορία και όχι εξαίρεση. Ο Αμερικανός ιστορικός Robert Darnton, στο δοκίμιό του «Τι το επαναστατικό είχε η Γαλλική Επανάσταση», (εκδόσεις Αντίποδες), χρησιμοποιεί αυτή ακριβώς την ψυχρή εικόνα του Mercier για να θέσει το καίριο, για το σκεπτικό που αναπτύσσει στη συνέχεια ερώτημα, που συνήθως όμως προσπερνιέται ανεπαισθήτως: τι σήμαινε να ζεις μέσα σε έναν κόσμο όπου η βία δεν ήταν το κατ΄ εξαίρεση συμβάν αλλά το φόντο της καθημερινότητας στο παλαιό καθεστώς πριν τη Γαλλική Επανάσταση;

Αυτό το «φόντο» έχει όνομα στη σύγχρονη πολιτική θεωρία. Ο Slavoj Žižek, στο «Βία. Έξι λοξοί στοχασμοί» το ονομάζει «μηδενικό επίπεδο». Πρόκειται για εκείνη τη μορφή βίας την τόσο ενσωματωμένη στην ομαλή λειτουργία ενός συστήματος ώστε να παύει πια να γίνεται αντιληπτή ως βία, και λειτουργεί αντίθετα ως το ίδιο το μέτρο σύγκρισης πάνω στο οποίο αναγνωρίζουμε κάτι άλλο ως «βίαιο». Το σφαγείο στο κέντρο της πόλης, ο κρεμασμένος στην όχθη, το κομμένο κεφάλι στην πλατεία της δικαιοσύνης δεν ήταν σκάνδαλο για τους σύγχρονους του Mercier. Ήταν τάξη. Ο Walter Benjamin, μισό αιώνα νωρίτερα από τον Žižek, στο δοκίμιό του «Για μια κριτική της βίας» είχε ήδη δώσει σε αυτή την αόρατη τάξη ένα ακριβές όνομα, είχε μιλήσει για την διατηρητική του δικαίου βία, που είναι η συνεχής, θεσμικά νομιμοποιημένη βία με την οποία ένα καθεστώς διατηρεί καθημερινά την τάξη που το ίδιο έχει εγκαθιδρύσει. Ο δήμιος που διαμελίζει τον καταδικασμένο στην πλατεία δεν είναι, στα μάτια του παλαιού καθεστώτος, βίαιος. Είναι απλώς το ίδιο το χέρι του νόμου.

Αυτό ακριβώς το ρεπερτόριο, κληρονομεί το πεζοδρόμιο του 1789. Όταν οι κατακτητές της Βαστίλης συλλαμβάνουν τον διοικητή της φρουράς, δεν τον φυλακίζουν ούτε τον δικάζουν. Του κόβουν το κεφάλι και το περιφέρουν καρφωμένο σε ένα δόρυ αναπαράγοντας ακριβώς την ίδια εικόνα με τα κεφάλια που ο δήμιος εξέθετε δημόσια μετά από κάθε εκτέλεση. Μια εβδομάδα αργότερα ένα πλήθος συλλαμβάνει τον Foulon, αξιωματούχο που φημολογείται (ίσως ανυπόστατα), πως είχε πει πως αν ο λαός πεινά ας φάει σανό, και τον κατηγορεί για συνωμοσία στην ακρίβεια του ψωμιού. Του κόβουν το κεφάλι, του χώνουν σανό στο στόμα, ώστε το ίδιο το πτώμα να γίνει η καταδικαστική απόφαση, και σέρνουν τον γαμπρό του, Bertier de Sauvigny, με το κεφάλι του πεθερού του μπροστά του φωνάζοντας «φίλα τον μπαμπά», πριν του ξεριζώσουν την καρδιά και την πετάξουν προς το Δημαρχείο. Μια εικόνα της εποχής σχολιάζει τη σκηνή με τη φράση «έτσι τιμωρούνται οι προδότες», σαν δικαστική ετυμηγορία και όχι σαν λαϊκή έκρηξη. Το πλήθος δεν εφευρίσκει καινούργια γλώσσα. Μιλάει τη γλώσσα που το ίδιο το παλαιό καθεστώς το είχε διδάξει επί αιώνες, μόνο που τώρα την απευθύνει στον δάσκαλό της.

 

Το ίδιο ακριβώς σώμα, το κομμένο κεφάλι στην αιχμή του δόρατος, σημαίνει τάξη όταν το κρατά ο δήμιος και βαρβαρότητα όταν το κρατά το πλήθος. Δεν άλλαξε το σώμα. Άλλαξε το χέρι που το κρατά, και μαζί του άλλαξε ολόκληρη η ονοματολογία με την οποία αναγνωρίζουμε τι είναι βία και τι δεν είναι.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει να λειτουργεί η ασυμμετρία που ο Benjamin ονόμαζε νομοθετική βία, τη βία δηλαδή που δεν διατηρεί το υπάρχον δίκαιο αλλά ιδρύει καινούργιο, και που γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο δεν μπορεί ποτέ να φανεί ως τάξηστα μάτια του οποιουδήποτε παλαιού καθεστώτος. Είναι πάντα σκάνδαλο, πάντα ρήξη, πάντα η στιγμή όπου «άρχισε» η βία, ακόμη κι όταν επαναλαμβάνει, χειρονομία προς χειρονομία, μια βία που προϋπήρχε επί αιώνες. Το ίδιο ακριβώς σώμα, το κομμένο κεφάλι στην αιχμή του δόρατος, σημαίνει τάξη όταν το κρατά ο δήμιος και βαρβαρότητα όταν το κρατά το πλήθος. Δεν άλλαξε το σώμα. Άλλαξε το χέρι που το κρατά, και μαζί του άλλαξε ολόκληρη η ονοματολογία με την οποία αναγνωρίζουμε τι είναι βία και τι δεν είναι.

Αυτή η ασυμμετρία δεν εξαντλείται στο 1789 και στην αιματηρή δεκαετία μέχρι το 1799 . Είναι, θα λέγαμε, το μόνιμο γραμματικό σχήμα με το οποίο κάθε καθεστώς αφηγείται τη σχέση του με τη βία εκείνων που έρχονται να διεκδικήσουν μερίδιο στην ιστορία. Το ίδιο αστικό καθεστώς που διαδέχτηκε το παλαιό, στη Γαλλία και αλλού, άσκησε και ασκεί τη δική του νομοδιατηρητική βία, δικαστική, αστυνομική, οικονομική, τόσο ενσωματωμένη στη ροή της καθημερινότητας ώστε να μη γίνεται πια αντιληπτή ως βία. Και όποτε κάποιος αντίπαλός του απαντά με χειρονομία που σπάει αυτή τη ροή, το καθεστώς αντιδρά σαν να ανακάλυψε τη βία εκείνη τη στιγμή, σαν η δική του να μην είχε προηγηθεί ποτέ και καθόλου.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, πιο εσωτερική διάσταση στη σκηνή του Foulon, που αξίζει να σταθούμε, γιατί δεν είναι μόνο ζήτημα ονοματολογίας εξουσίας. Είναι ζήτημα του τι ακριβώς χρειάζεται το ίδιο το πλήθος για να δράσει έτσι. Το σανό στο στόμα του Foulon δεν είναι τυχαία λεπτομέρεια. Είναι κατηγορητήριο. Είναι η κατηγορία της νόθευσης, της κερδοσκοπίας πάνω στο ψωμί, ντυμένη ως τιμωρία. Αυτό ακριβώς περιέγραφε ο E. P. Thompson στο κλασικό του δοκίμιο «Ηθική οικονομία του πλήθους στην Αγγλία του 18ου αιώνα»: οι εξεγέρσεις του πλήθους για το ψωμί δεν ήταν τυφλή αντίδραση πείνας, αλλά διέπονταν από ένα πυκνό, κοινά αποδεκτό σύστημα λαϊκών αξιώσεων, μια «ηθική οικονομία» που όριζε τι είναι δίκαιη τιμή, ποιος έχει δικαίωμα να την παραβιάσει, και τι οφείλει η κοινότητα να κάνει σε όποιον την παραβιάζει. Το πλήθος του Παρισιού δεν σκοτώνει τον Foulon στα τυφλά επειδή πεινάει. Τον σκοτώνει επειδή τον κρίνει, με βάση έναν κώδικα δικαίου που το ίδιο αναγνωρίζει ως έγκυρο, ακόμη κι αν το επίσημο δίκαιο δεν τον αναγνωρίζει καθόλου για την δική του φυσικά δικαιοδοσία.

Αυτή η κρίση, μάλιστα, παίρνει στο επόμενο βήμα της ιστορίας πλήρη θεσμική μορφή. Στις Σεπτεμβριανές Σφαγές του 1792, όπως τις περιγράφει ο Darnton βασισμένος στη μελέτη του Pierre Caron, ομάδες των λεγόμενων αβράκωτων,στήνουν στη φυλακή της Abbaye (του Αββαείου), αυτοσχέδια λαϊκά δικαστήρια. Ο κρατούμενος οδηγείται μπροστά, ανακρίνεται, και η ετυμηγορία εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τη συμπεριφορά του εκείνη τη στιγμή: η ψυχραιμία σημαίνει αθωότητα, το τρέμουλο σημαίνει ενοχή. Αν αθωωθεί, το πλήθος τον αγκαλιάζει, κλαίει, τον περιφέρει θριαμβευτικά. Αν καταδικαστεί, τον κατασφάζουν ανάμεσα σε δόρατα και σπαθιά, γδύνουν και διαμελίζουν το πτώμα, το διαπομπεύουν καρφωμένο σε δόρυ. Ο René Girard προσφέρει το ακριβές εργαλείο για να διαβάσουμε αυτή τη δομή όχι ως χάος αλλά ως τελετουργία. Όταν μια κοινότητα βρίσκεται σε κρίση, όταν η βία απειλεί να διαχυθεί ανεξέλεγκτα ανάμεσα σε όλους εναντίον όλων, η κοινότητα βρίσκει, σχεδόν αυθόρμητα, ένα μοναδικό θύμα πάνω στο οποίο συγκεντρώνει όλη την ένταση, εξαγνίζοντας εαυτήν μέσα από τη θυσία του. Το θύμα πρέπει να είναι μέρος της κοινότητας ώστε η θυσία να έχει νόημα, και αρκετά διαφορετικό ώστε να μπορεί να φορτωθεί με την ενοχή όλων. Το αυτοσχέδιο δικαστήριο του Αββαείου, με την ταχύτατη εναλλαγή ανάμεσα σε λύτρωση και θάνατο, δεν είναι χάος. Είναι επαναλαμβανόμενη τελετουργία, και μάλιστα τελετουργία που το ίδιο το παλαιό καθεστώς είχε ήδη εκκοσμικεύσει στη μορφή της δημόσιας εκτέλεσης, θεαματικής, κωδικοποιημένης, με τον κατάδικο στον ρόλο του θύματος που καθαίρει, έστω πρόσκαιρα, μέχρι την επόμενη εκτέλεση, το κοινωνικό σώμα.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε τρία αλληλένδετα επίπεδα, όχι τρεις χωριστές θεωρίες παρατιθέμενες η μία δίπλα στην άλλη. Το πολιτισμικό ρεπερτόριο που ακολουθεί και ενσωματώνει στη σκέψη του ο Darnton, εξηγεί τη μορφή που παίρνει η βία, το κεφάλι στην αιχμή του δόρατος αντί για κάποια άλλη χειρονομία, ακριβώς επειδή αυτή ήταν η γλώσσα που το παλαιό καθεστώς είχε ήδη διδάξει. Η ηθική οικονομία του Thompson εξηγεί γιατί η βία αυτή στοχεύει συγκεκριμένα πρόσωπα, τον Foulon και όχι κάποιον τυχαίο περαστικό, μέσα από έναν κώδικα λαϊκής δικαιοσύνης για το ψωμί που προϋπήρχε της Επανάστασης. Ο μηχανισμός του Girard εξηγεί γιατί η κρίση παίρνει τη μορφή τελετουργικής δίκης και όχι απλής αγανάκτησης, μέσα από την ανάγκη του πλήθους να μετουσιώσει τη διάχυτη ένταση συγκεντρωμένη σε συγκεκριμένο, εξαγνιστικό θύμα. Η ασυμμετρία του Benjamin και του Žižek εξηγεί γιατί, παρ’ όλα αυτά, μόνο αυτή η τελευταία, ορατή, στιγμιαία βία θα μνημονευτεί ως «η βία της Επανάστασης», ενώ η αόρατη, συνεχής, θεσμική βία που προηγήθηκε και τη γέννησε θα παραμείνει, στην επίσημη αφήγηση αόρατη, ως τάξη.

Χρειάζεται όμως μια τελευταία παρατήρηση, μεθοδολογική αυτή τη φορά, γιατί η ίδια η επιλογή να διαβάσουμε τη βία μέσα από σύμβολα και τελετουργίες, όπως κάνει ο Darnton, δεν είναι ουδέτερη. Γράφει ρητά μέσα στην παράδοση της ερμηνευτικής ανθρωπολογίας του Clifford Geertz, του οποίου υπήρξε στενός συνεργάτης και θαυμαστής, μιας ανθρωπολογίας που όριζε τον εαυτό της απέναντι στην αιτιακή εξήγηση, «όχι ως πειραματική επιστήμη σε αναζήτηση νόμου, αλλά ερμηνευτική επιστήμη σε αναζήτηση νοήματος». Η ίδια η απόσταση που παίρνει ο Darnton από τη μαρξίζουσα «κοινωνική ερμηνεία» της Επανάστασης επιβεβαιώνεται, όταν σχολιάζει πως το ογδόντα πέντε τοις εκατό των εκτελεσμένων στην γκιλοτίνα ήταν απλοί πολίτες και όχι αριστοκράτες, στοιχείο «δύσπεπτο για όσους βλέπουν την Επανάσταση ως ταξικό πόλεμο». Η διατύπωση στα εισαγωγικά είναι δική του και δεν είναι τυχαία. Είναι η θέση ολόκληρου του αναθεωρητικού ρεύματος της δεκαετίας του ογδόντα, με προεξάρχοντα τον François Furet, που αντικατέστησε την ανάλυση των τάξεων με την ανάλυση της πολιτικής κουλτούρας. Ο Thompson όμως, τον οποίο ήδη χρησιμοποιήσαμε για τον Foulon, δείχνει πως δεν χρειάζεται να διαλέξει κανείς. Η ηθική οικονομία του δεν αντικαθιστά την υλική ανάλυση, δηλαδή την τιμή του ψωμιού, την πείνα ή τη θέση στην παραγωγή. Αντίθετα την προϋποθέτει και την πυκνώνει. Το πολιτισμικό ρεπερτόριο εξηγεί τη μορφή. Η υλική συγκυρία εξηγεί γιατί η μορφή αυτή ενεργοποιήθηκε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, με εκείνη την ένταση, εναντίον εκείνων των συγκεκριμένων σωμάτων. Ο συνδυασμός Darntonκαι Thompson είναι μια καλή αφετηρία και παράγει εξαιρετικά ενδιαφέροντα αποτελέσματα στα πεδία των ερμηνειών και των νοημάτων.

Το πεζοδρόμιο του 1789, λοιπόν, δεν εισάγει τη βία σε έναν κόσμο που δεν τη γνώριζε. Την κληρονομεί, τη μεταφράζει, τη στρέφει προς νέους στόχους, χρησιμοποιώντας το ίδιο ρεπερτόριο χειρονομιών που το παλαιό καθεστώς είχε καλλιεργήσει επί αιώνες, πάνω σε μια ηθική λογική δικαίου που ήδη προϋπήρχε στο πλήθος, μέσα από μια τελετουργική δομή που ήδη γνώριζε πώς να καθαίρει το κοινωνικό σώμα μέσω ενός θύματος. Το μόνο πραγματικά καινούργιο είναι το χέρι που τώρα κρατά το δόρυ. Και είναι ακριβώς αυτή η αλλαγή χεριού, όχι η ίδια η βία, που το καθεστώς ονομάζει σκάνδαλο. Το ίδιο σχήμα επαναλαμβάνεται έκτοτε, κάθε φορά που μια εξουσία αντιμετωπίζει όσους διεκδικούν, με όποια μέσα, μερίδιο στην ιστορία. Η δική της βία παραμένει τάξη, παραμένει αόρατη, παραμένει φυσική. Η βία των άλλων γίνεται η μόνη βία που υπήρξε ποτέ και που ως μικρόβιο μολύνει την τάξη του καθεστώτος που οφείλει να την καταστέλλει και να την εξοβελίζει. Νυν και αεί και εις τους αιώνες των αιώνων αμήν!…

Βιβλιογραφία

Darnton, Robert, Τι το Επαναστατικό είχε η Γαλλική Επανάσταση, μτφρ. & επίμετρο Θοδωρής Δρίτσας, αντίποδες, Αθήνα 2026

Benjamin, Walter, Για μια κριτική της βίας, μτφρ. Χρήστος Μαρσέλλος, έρμα, Αθήνα 2023.

Girard, René. Η Βία και το Ιερό. Το εξιλαστήριο Θύμα, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Πλέθρον, 2017

Thompson, E. P. Ηθική οικονομία του πλήθους στην Αγγλία τον 18ο αιώνα, μτφρ Γιάννης Βογιατζής, ΕΑΠ, Αθήνα, 2020

Žižek, Slavoj, Βία. Έξι λοξοί στοχασμοί, μτφρ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, Scripta, Αθήνα, 2010

Σημείωση 1 : Η Ελληνική έκδοση του Robert Darnton από τις εκδόσεις Αντίποδες περιλαμβάνει δύο ομιλίες/ (κεφάλαια), του Αμερικανού καθηγητή. Η πρώτη έχει τίτλο «Η Γαλλική Επανάσταση στο επίπεδο του δρόμου» και η δεύτερη «Από τον Διαφωτισμό στην Επανάσταση. Η λογοτεχνική επανάσταση του 1789». Το κείμενο μας ασχολείται αποκλειστικά με το πρώτο κεφάλαιο.

Σημείωση 2: Το παράθεμα του Mercier, Louis-Sébastien από τα Tableau de Paris, βρίσκεται στο πρώτο κεφάλαιο της Ελληνικής έκδοσης του Darnton.

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Scroll to Top