Η φιλοσοφική αποτίμηση του εικοστού αιώνα από τον Alain Badiou
(Αλέν Μπαντιού, Ο εικοστός Αιώνας, μετάφραση Κώστας Τσάμπουρας, επιμέλεια Βλάσης Σκολίδης, Αθήνα, Εκδόσεις Ερατώ, 2024)
Γιάννης Πρελορέντζος
Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Φιλοσοφίας του Τμήματος Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ
- Σύμφωνα με τον Deleuze, τα καλύτερα ταξίδια είναι τα επιτόπια. Eυχαριστώ τον Βλάση Σκολίδη για το επιτόπιο ταξίδι που μου χάρισε, με αφορμή την πρόσκλησή του να συμμετάσχω στην αποψινή εκδήλωση.
- Το φιλοσοφικό έργο του Badiou είναι πλουσιότατο, ιδίως από το 1988, κυρίως δε στον 21ο αιώνα, και τα κείμενά του είναι διαβαθμισμένης δυσκολίας, με πιο δυσνόητη την τριλογία του Το είναι και το συμβάν (1988), Λογικές των κόσμων (2006) και Η εμμένεια των αληθειών (2018). Ο τόμος για τον 20ό αιώνα είναι επεξεργασμένη μορφή τριετούς σεμιναρίου (από το 1998 ως το 2001) και σε αρκετά σημεία αποτελεί φιλοσοφική αναμέτρηση με λογοτεχνικά κείμενα, ιδίως ποιήματα, πρωτίστως εκπροσώπων της «εποχής των ποιητών», αλλά και θεατρικών έργων, οπότε διαβάζεται ευκολότερα, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σημεία που παρουσιάζουν δυσκολίες – κυρίως για όσους νιώσουν την ανάγκη να εμβαθύνουν στον στοχασμό του.
- Ο Badiou προσεγγίζει βασικές όψεις του 20ού αιώνα βάσει του τρόπου με τον οποίο αποτιμά τη σύγχρονή του κατάσταση του κόσμου (την περίοδο 1998-2001, αλλά και μέχρι σήμερα σε άλλα κείμενά του), ιδίως διαπιστώνοντας την «καταδίκη του προμηθεϊκού πολιτικού σχεδίου (της δημιουργίας του νέου ανθρώπου της χειραφετημένης κοινωνίας)», το οποίο, από ορισμένη τουλάχιστον σκοπιά, «συμβαδίζει με την τεχνική, και σε τελική ανάλυση οικονομική, δυνατότητα αλλαγής του ειδοποιού χαρακτήρα του ανθρώπου» – και μέσω της γενετικής και των νευροεπιστημών.
Ποιος είναι ο ρόλος της επιστήμης, της πολιτικής, της ηθικής και της οικονομίας στα τεκταινόμενα, τουλάχιστον την περίοδο συγγραφής του βιβλίου; Κατά τον Badiou, η επιστήμη διαθέτει προβλήματα και προτείνει λύσεις αλλά δεν έχει σχέδιο (που είναι ίδιον της πολιτικής). Η απάντηση στο ερώτημα τι να κάνουμε τις λύσεις της τεχνοεπιστήμης (στο πώς να φτιάξουμε έναν νέο άνθρωπο) προϋποθέτει σχέδιο, το οποίο κατ’ αυτόν δεν μπορεί να προσφέρει η ηθική, και δη «οι αφελέστατες επιτροπές ηθικής», διότι το σχέδιο δεν μπορεί παρά να είναι «πολιτικό, μεγαλεπήβολο, επικό, βίαιο».
Ο Γάλλος φιλόσοφος επικρίνει συστηματικά τη στροφή του φιλοσοφικού στοχασμού, ιδίως στη Γαλλία, από τη δεκαετία του 1980 και μετά, στην ηθική και το δίκαιο (με έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα), τουλάχιστον υπό την έννοια της περιχαράκωσης στο άτομο (περιορισμένο, λίγο πολύ, στην ικανοποίηση των ζωικών αναγκών του και στην επιδίωξη της ικανοποίησης, την οποία διακρίνει από την πραγματική ευτυχία) και της αναζήτησης της προσωπικής σοφίας, απεμπολώντας τις συλλογικότητες, το εμείς, την αδελφοσύνη – της οποίας εξάλλου αναδεικνύει ποικίλες εκδοχές στον 20ό αιώνα.
Παραδέχεται ότι σήμερα [το 1998] «δεν υπάρχει σχέδιο» –κάτι όχι ασύνηθες, αν στοχαστούμε την ιστορία της χειραφετητικής πολιτικής–, μολονότι υπάρχουν πειραματισμοί, και διαπιστώνει ότι, «για όσο διάστημα δεν υπάρχει σχέδιο, […] το κέρδος […] ορίζει τι θα κάνουμε».
Η βασική συνέπεια, κατά τον Badiou, του περάσματος «από την τάξη του [πολιτικού] σχεδίου στην τάξη των αυτοματισμών του κέρδους» είναι η αντικατάσταση των μεγάλων εγκλημάτων, που όντως διαπράχθηκαν εν ονόματι του πολιτικού σχεδίου, με τα εγκλήματα που προκαλεί ο οικονομικός αυτοματισμός, με τη διαφορά ότι, στην περίπτωσή του, «δεν μπορεί κανείς να κατονομάσει έναν υπεύθυνο. […] Τους επώνυμους εγκληματίες διαδέχθηκαν κάποιοι εγκληματίες που είναι ανώνυμοι σαν τις εταιρείες μετοχικού κεφαλαίου».

- Τρία εγχειρήματα οριοθέτησης του εικοστού αιώνα. Καθώς φιλοσοφικά (δηλαδή εννοιολογικά) δεν έχει νόημα να προσεγγίσουμε τον 20ό αιώνα με αυστηρώς χρονικά κριτήρια, ο Badiou εξετάζει τρία εγχειρήματα οριοθέτησής του βάσει κριτηρίων που του προσδίδουν ορισμένη ενότητα:
α) Ο «βραχύς εικοστός αιώνας»: ο σοβιετικός ή κομμουνιστικός αιώνας (από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη λήξη του ψυχρού πολέμου”), χοντρικά από το 1917 ως τη δεκαετία του 1980.
β) Ο «ακόμη βραχύτερος εικοστός αιώνας»: «ο αιώνας του ολοκληρωτισμού», αν υπολογιστεί βάσει των συνδεδεμένων με το κράτος εγκλημάτων που διαπράχθηκαν, «εγκλημάτων του σταλινικού κομμουνισμού και ναζιστικών εγκλημάτων».
γ) Τέλος, αν υπολογιστεί ο αιώνας βάσει των αποτελεσμάτων του, συμπυκνώνεται μόλις στην τελευταία τριακονταετία του: πρόκειται για τον αιώνα του θριάμβου του καπιταλισμού, της παγκόσμιας αγοράς, του φιλελευθερισμού και των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών, ιδίως στη Δύση.
Ο Badiou προκρίνει ρητά την πρώτη οριοθέτηση, με κριτήριο τα εγχειρήματα πραγμάτωσης εκδοχών «χειραφετητικής πολιτικής», στο πλαίσιο της οποίας η σκέψη και η πράξη είναι αδιαχώριστες και επειδή επιδιώκει την πραγματική ελευθερία έναντι της τυπικής που επικρατεί σήμερα. Επιπλέον δεν δέχεται την εξομοίωση του ναζισμού με τον κομμουνισμό εκ μέρους όσων αναφέρονται συλλήβδην σε ολοκληρωτισμούς στον 20ό αιώνα ούτε, φυσικά, ως θετική έκβασή του την κυριαρχία του καπιταλο-κοινοβουλευτισμού.
- Πώς προσεγγίζει ο Badiou τις βασικές δεκαετίες ή φάσεις του εικοστού αιώνα;
α) Ξεκινά από το «εξαίρετο προοίμιο» ή «προανάκρουσμα» του 20ού αιώνα (1890-1914): «περίοδο εξέχουσας επινόησης, πολύμορφης δημιουργικότητας, που δεν μπορεί να συγκριθεί παρά με τη φλωρεντινή Αναγέννηση ή με τον αιώνα του Περικλή. Είναι μια εκπληκτική εποχή γενεσιουργίας και ρήξης», της οποίας παραθέτει συνοπτικά τα πολυάριθμα «βασικά ορόσημα» στην ποίηση, στα μαθηματικά, στη φυσική, στις τέχνες (στη μουσική, στη ζωγραφική, στον κινηματογράφο), στην ψυχανάλυση, στο μυθιστόρημα, στη φιλοσοφία και στην πολιτική.
Κατά τον Badiou, ο 20ός αιώνας παρέμεινε τελικά πιστός στο προανάκρουσμά του, δηλαδή στο σχέδιο της δημιουργίας του νέου ανθρώπου («το οποίο προαναγγέλλει ο υπεράνθρωπος του Νίτσε» και είναι «ερώτημα που διαπερνά τον αιώνα»). Το επαναστατικό αυτό σχέδιο, που προϋπέθετε (και συνεπαγόταν) την καταστροφή του παλαιού ανθρώπου (άρα μαζικά εγκλήματα), με τίμημα την πιθανή θυσία όσων το πρέσβευαν, αλλά και με θετική όψη ότι το «εμείς» που οικοδομεί μια αλήθεια είναι αθάνατο, διαδόθηκε ευρέως τόσο στους φασιστικούς όσο και στους κομμουνιστικούς κύκλους (με αλλιώτικες εκδοχές στη Σοβιετική Ένωση και στην Κίνα), με διαφορετικό τρόπο: απόπειρες επιστροφής σε μια μυθοποιημένη καταγωγή για τους φασίστες, κατασκευή του νέου ανθρώπου για τους κομμουνιστές. Ο Γάλλος φιλόσοφος αναγνωρίζει τις ολέθριες επιπτώσεις της «βίαιης εκμαίευσης του νέου ανθρώπου» στην περίπτωση της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα και δέχεται ότι η δημιουργία του νέου ανθρώπου ήταν «ένα κακό σχέδιο πιθανότατα».
β) Διερώτηση του Badiou για τη σημασία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου: «Είναι το αποτέλεσμα ή το σύμβολο τίνος πράγματος;» Χαρακτηρίζει «αίνιγμα εξέχουσας σπουδαιότητας» τη μετάβαση από το (προαναφερθέν) «εξαίρετο προοίμιο» του 20ού αιώνα στον πόλεμο με τις θηριωδίες του, υποστηρίζοντας ότι, για να επιλύσουμε το πρόβλημα, απαιτείται να λάβουμε υπόψη τις αρνητικές πτυχές της περιόδου 1890-1914: «το απόγειο των αποικιακών κατακτήσεων, με την επικράτηση των Ευρωπαίων σε όλη, ή σχεδόν όλη, την υφήλιο. […] Κάπου αλλού μακριά, αλλά και πολύ κοντά στην ψυχή του καθενός, και μάλιστα μέσα σε κάθε οικογένεια, η υποτέλεια και οι σφαγές είναι ήδη παρούσες. Ήδη πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει προηγηθεί η Αφρική, που παραδόθηκε σε αυτό που μερικοί σπάνιοι αυτόπτες μάρτυρες ή καλλιτέχνες θα χαρακτηρίσουν ως μια κατακτητική και αμέριμνη θηριωδία».
γ) Η σπουδαιότητα των δεκαετιών του 1930 και του 1940, του «σκληρού πυρήνα του αιώνα».
Ο Badiou θεωρεί αινιγματικό (ή προβληματικό) το νόημα της διαδοχής από την περίοδο 1890-1914 στο «πνεύμα της δεκαετίας του 1930», που, ωστόσο, «δεν είναι καθόλου στείρο. […] Είναι όμως τόσο συμπαγές και βίαιο, όσο επινοητικό και εκλεπτυσμένο υπήρξε το πνεύμα των αρχών του [εικοστού] αιώνα».
Υποστηρίζει ότι «υπάρχει μέσα στη ζοφερή φρενίτιδα της δεκαετίας του ’30, στην αδιαφορία για το θάνατο, κάτι που ασφαλώς προέρχεται [α] από τον πρώτο Μεγάλο Πόλεμο και από τα χαρακώματα. [β] Προέρχεται όμως επίσης, σαν καταχθόνια επιστροφή, από τις αποικίες, από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται εκεί οι διαφορές που υπάρχουν στην ανθρωπότητα».
δ) Οι δεκαετίες του 1950 και του 1960, με αποκορύφωμα το συμβάν του Μάη του 68. Όσον αφορά τις δεκαετίες αυτές, ο Badiou αναδεικνύει δύο μείζονα φιλοσοφικά εγχειρήματα στη Γαλλία, τον ριζικό ανθρωπισμό του Sartre και τον ριζικό αντιανθρωπισμό του Foucault, που, παρά την αντιπαράθεσή τους, «διασταυρώθηκαν σε αρκετές περιπτώσεις, ιδίως σε όλα τα επαναστατικά γεγονότα».
Ο Badiou προσεγγίζει την εξέγερση του Μάη του ’68 στη Γαλλία βάσει της έννοιας του συμβάντος (événement), θεμελιώδους κατηγορίας του στοχασμού του (συνιστά απρόβλεπτη ρήξη στην ιστορία, που «εμπεριέχει μια καθολική πρόταση που αντιπροσωπεύει μια δυνατότητα»), σε αντιδιαστολή προς τα γεγονότα, που υπακούουν στους νόμους της ιστορίας, καθιστώντας δυνατόν ό,τι θεωρείτο μέχρι τότε αδύνατον: «η ταυτόχρονη συγκυρία μιας μαζικής εξέγερσης των φοιτητών και της μεγαλύτερης γενικής απεργίας που έλαβε ποτέ χώρα, των εργατών εργοστασίων, αποκάλυψε στον κόσμο “Γαλλία της δεκαετίας του 1960”, ότι ο αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα σε νέους διανοούμενους και νέους εργαζόμενους, ως νόμος αυτού του κόσμου, ήταν μια παρωχημένη αναγκαιότητα. Το συμβάν αποκάλυψε ότι αυτός ο νόμος μπορούσε, και, σε ένα έσχατο επίπεδο, όφειλε, να αντικατασταθεί από το αντίθετό του: ένα νέο πολιτικό ρεύμα δημιουργημένο από την άμεση ενότητα μεταξύ νέων διανοουμένων και εργατών». «Ο Μάης του ’68 απέδειξε ότι η πολιτική μπορεί να διεξάγεται έξω από τα παραδοσιακά κόμματα και συνδικάτα, έξω από τον ορίζοντα κατάληψης της εξουσίας». Το ίδιο άλλωστε ισχύει για σειρά άλλων πολιτικών συμβάντων από τη δεκαετία του 1960 μέχρι και τις αρχές του 21ου αιώνα.
Όπως κάθε συμβάν, ο Μάης του ’68 «άφησε στους δρώντες του […] την ανάμνηση μιας έντονης, μεταμορφωμένης, απολύτως ευτυχισμένης στιγμής –αν και τόσο φορτισμένης με άγχος– της ύπαρξής τους».
ε) Η τομή του τέλους της δεκαετίας του 1970 και των «χρόνων μετά το 1980»: περίοδος Παλινόρθωσης (τη χαρακτηρίζει έτσι συστηματικά στο βιβλίο του), «απαλλαγμένη από κάθε ίχνος ριζοσπαστικότητας […] και από κάθε οικουμενικής εμβέλειας ελπίδα»: «επάνοδος στις αντιδραστικές ιδέες που διαδέχθηκαν την παρισινή Κομμούνα».
Βασικό γνώρισμα της «Δεύτερης Παλινόρθωσης»: η εμμονή με τους αριθμούς (χαρακτηριστικά: πόσα ήταν τα θύματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων; «Δεδομένου ότι η παλινόρθωση σηματοδοτεί μια στιγμή της Ιστορίας που διακηρύσσει ότι οι επαναστάσεις είναι ανέφικτες και αποτρόπαιες, και όχι μόνο φυσική αλλά και κάλλιστη η ανωτερότητα των πλουσίων, είναι εύλογη η λατρεία της για τον αριθμό, και πρώτα απ’ όλα για τον αριθμό των χρημάτων». Η δριμεία κριτική του Badiou αφορά εδώ «στον αριθμό ως παραγέμισμα της υστέρησης του πραγματικού» και όχι «στον αριθμό ως μορφή του είναι».
Σε αντίθεση με την περίοδο που υπήρχαν προοδευτικοί, τώρα (1998-2001), υποστηρίζει ο Badiou, η κυρίαρχη γνώμη είναι «Πλουτίστε!» και «το σύνθημα είναι: “Χρήμα, Οικογένεια, Εκλογές”. […] Ο αιώνας ολοκληρώνεται με μια ιδεοληπτική απαίτηση για δημόσια ασφάλεια, έχοντας για σύνθημα κάτι μάλλον ποταπό: δεν είναι άσχημα εκεί που είστε, γιατί υπήρξαν και υπάρχουν καταστάσεις πολύ χειρότερες. Ενώ η ζωντάνια αυτών των εκατό ετών είχε ως έμβλημα, από τον Φρόιντ κι έπειτα, μια σαρωτική υστερία: τι το καινούργιο έχετε να μας δείξετε; Τι έχετε δημιουργήσει;»
Ποιο ερώτημα μας κληροδοτεί ο 20ός αιώνας από τα τέλη της δεκαετίας του 1970; «Τι είναι ένα “εμείς” που δεν υπόκειται στο ιδεώδες ενός “εγώ”, ένα “εμείς” που δεν αξιώνει να είναι υποκείμενο; Το ζήτημα είναι να μην καταλήξουμε στο τέλος κάθε ζωντανής συλλογικότητας, στην απλή εξαφάνιση του “εμείς”».
- Πρόδρομος του 20ού αιώνα υπήρξε ο Nietzsche, με την ιδέα του υπερανθρώπου, δηλαδή «απλούστατα του δίχως Θεό ανθρώπου»: «Προαναγγέλλοντας προφητικά τον 20ό αιώνα στο σύνολό του, ο Νίτσε ανάγει τον άνθρωπο σε πρόγραμμα […] δεν τον θεωρεί πλέον ως δεδομένο». Ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος προανήγγειλε το ζήτημα του νέου ανθρώπου, ένα από τα βασικά γνωρίσματα του 20ού αιώνα.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον Badiou, «οι τρεις δεξαμενές σκέψης του αιώνα [υπήρξαν ο] Κάντορ, ο Φρόυντ και ο Λένιν». Σπεύδει να επισημάνει ότι και οι τρεις πάλεψαν με τον εαυτό τους.
- Για να κατανοήσουμε καλύτερα τον εικοστό αιώνα, ο Μπαντιού τον συγκρίνει πολύ συχνά (τουλάχιστον σε δώδεκα σημεία) με τον 19ο αιώνα (πολύ σπανιότερα με τον 18ο ή τον 17ο αιώνα).
α) Στο ερώτημα «Τι λέει ο αιώνας για τον εαυτό του;», το βασικό ερώτημα της εμμενούς μεθόδου με την οποία τον προσεγγίζει, ο Badiou δίνει την εξής απάντηση: «Δεν είναι ο αιώνας της υπόσχεσης, αλλά της εκπλήρωσης, ο αιώνας της πράξης, της επιτέλεσης, του απόλυτου παρόντος και όχι ο αιώνας της αναγγελίας και του μέλλοντος. Ο αιώνας αυτοκατανοείται ως αιώνας με τις νίκες, ύστερα από χιλιάδες χρόνια με απόπειρες και αποτυχίες». Σπεύδει να προσθέσει το εξής: «Ο μείζων υποκειμενικός προσδιορισμός του [20ού αιώνα] είναι το πάθος του πραγματικού, του άμεσα εφαρμόσιμου».
β) Εξάλλου, ένα από τα βασικά φιλοσοφικά ζητήματα στο έργο του Badiou είναι αυτό των ονομάτων, των ονομασιών: Στο ερώτημα «για ποιο λόγο, στη διάρκεια του [20ού] αιώνα, […] οι χειραφετικές πολιτικές διαδικασίες παίρνουν πάντοτε το όνομα κάποιων υποτιθέμενων αντικειμενικών κοινωνικών οντοτήτων, όπως το προλεταριάτο, ο λαός ή το έθνος;», απαντά ότι «πρόκειται για ένα φόρο υποτέλειας στην επιστήμη και, συνεπώς, για κάτι από τον επιστημονισμό του 19ου αιώνα, που επιβιώνει μέσα στον βουλησιαρχικό 20ό αιώνα».
- Το βιβλίο του Badiou για τον εικοστό αιώνα είναι πολύτιμο από πολλές απόψεις. Πέραν της κριτικής εγρήγορσης, της σαφήνειας και της ακρίβειας που το χαρακτηρίζουν, πάντα με γνώμονα τα μαθηματικά (δεδομένου ότι ταυτίζει την οντολογία με τα μαθηματικά), αλλά στην εξέλιξή τους μέχρι σήμερα, θα περιοριστώ στα εξής:
α) μας βοηθά να σκεφτούμε τα κύρια γνωρίσματά του σε ποικίλους τομείς (ιδίως στην πολιτική, στις επιστήμες, στις τέχνες και, φυσικά, στη φιλοσοφία), πρωτίστως το πάθος του πραγματικού, την υπαγωγή του στο υπόδειγμα του πολέμου και την εμμονή του σε οριστικές λύσεις σε κάθε τομέα. Δεν το κάνει όμως εγκυκλοπαιδικά αλλά βάσει του φιλοσοφικού εγχειρήματός του (που αξιοποιεί γόνιμα τη λογοτεχνία, ιδίως την ποίηση και το θέατρο, ως σκέψη).
β) Αποκαλύπτει, με χειρουργική ακρίβεια, τι κρύβεται πίσω από το προσωπείο των σύγχρονων δήθεν φιλελεύθερων δήθεν «δημοκρατιών». Μας βοηθά έτσι να προσανατολιστούμε κριτικά στο παρόν.
γ) Δεν περιορίζεται όμως στην κριτική. Προτείνει, ως «πειραματισμό μιας νέας ιδέας της πολιτικής», τον διαχωρισμό από την αξίωση μιας απεριόριστης ισχύος, που χαρακτηρίζει τη Δύση, ιδίως τις ΗΠΑ, έναν νέο «Διαφωτισμό που θα διεκδικεί την καθαυτό άπειρη αλλά θετική κατάφαση σε μια εντελώς αυτόνομη ανάπτυξη της πολιτικής ως πρακτικής/σκέψης ενάντια στο αρνητικό άπειρο της κρατικής ισχύος και της διεθνούς κοινοβουλευτικοποίησής της».
Πρωτίστως, αναδεικνύει ότι μία από τις απαραμείωτες διαστάσεις/συνιστώσες της φιλοσοφίας και όλων των διαδικασιών αλήθειας (στην επιστήμη, στις τέχνες, στον έρωτα και στην πολιτική) είναι το ρίσκο, η διακινδύνευση.







