Το τραγούδι των κληρονόμων: ταξική κληρονομιά, ευτυχιοκρατία και η αδυναμία διαφυγής
γράφει ο Δημήτρης Τρίκας
Το μυθιστόρημα κλείνει με μια εικόνα πολιτικά αιχμηρή και αφηγηματικά από τις πιο ειλικρινείς του βιβλίου: ο Μάνος, νέος δικηγόρος από τις εργατικές πολυκατοικίες της Θεσσαλονίκης που σε όλες τις προηγούμενες σελίδες διεκδίκησε την κοινωνική του άνοδο μέσα από τις σπουδές, την άμετρη φιλοδοξία του και έναν έρωτα με την κόρη της πλούσιας οικογένειας Τσέμπαλου, ξαναβρίσκει τη φωνή του στο χώρο που ήξερε καλά από παιδί, σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο, φωνάζοντας και βρίζοντας σαν χούλιγκαν, ακρωτηριασμένος σωματικά και συμβολικά από αυτούς που δεν τον άφησαν ποτέ πραγματικά να μπει στον κόσμο τους. Έχει επιστρέψει εκεί από όπου ξεκίνησε. Ο Μπουρντιέ θα το έλεγε διαφορετικά, αλλά θα εννοούσε το ίδιο: το habitus δεν ξεπερνιέται. Η ταξική καταγωγή εγγράφεται τόσο βαθιά στο σώμα και στις επιλογές ώστε, όποια ανάβαση κι αν επιχειρήσεις, η βαρύτητα είναι πάντα εκεί.
Αυτή η εικόνα είναι το σημείο κλειδί για να διαβάσεις το «Τραγούδι των Κληρονόμων» του Γιάννη Μπαλαμπανίδη (εκδόσεις Πόλις), όχι ως μια ιστορία ανόδου και πτώσης, αλλά ως ανατομία της αυταπάτης της ανόδου. Ο Μπαλαμπανίδης, πολιτικός επιστήμονας και μυθιστοριογράφος, γράφει ένα βιβλίο που ξέρει πολύ καλά τι θέλει να πει, και το λέει με θάρρος: στη σύγχρονη Ελλάδα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, ο εισβολέας από τα κατώτερα στρώματα δεν κερδίζει ποτέ πραγματικά. Η κοινωνική τάξη, το ταξικό στάτους αν προτιμάτε, αποκαθίσταται ακόμη καιμε τη βία αν χρειαστεί.
Ο αρχικός τίτλος του βιβλίου ήταν «Οι Κληρονόμοι», ευθεία αναφορά στον Πιερ Μπουρντιέ. Και πράγματι, η θεωρία του Γάλλου κοινωνιολόγου για το πολιτιστικό κεφάλαιο είναι ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο στρέφεται ολόκληρη η αφήγηση. Αυτό που κληρονομούμε από την οικογένειά μας δεν είναι μόνο χρήμα και περιουσία, αλλά και γούστα, τρόποι, ικανότητα να κινείσαι σε ορισμένους χώρους σαν να είναι δικοί σου, να απολαμβάνεις αυτό που πρέπει, να μιλάς τη γλώσσα που μετράει. Αυτό το κεφάλαιο εγγράφεται στο σώμα σαν δεύτερη φύση, και αναπαράγει την ταξική διαστρωμάτωση από γενιά σε γενιά με τρόπο τόσο αθόρυβο ώστε να φαίνεται φυσικό, ακόμα και αναπόφευκτο.

Ο Μπαλαμπανίδης το κάνει αυτό ορατό με μια σκηνή που είναι ίσως λογοτεχνικά η πιο πετυχημένη του βιβλίου: ο Μάνος παρακολουθεί για πρώτη φορά στη ζωή του συμφωνική μουσική πλάι στη Λουκία, κόρη αστικής οικογένειας και ερωμένη του. Δεν ξέρει τι ακούει, δεν ξέρει καν τι είναι η συμφωνιέτα, κι εκείνη του εξηγεί ήρεμα, σαν να διδάσκει. Ο Μάνος ακούει και μαθαίνει, συνειδητοποιώντας ότι ακόμα και η ικανότητα να απολαμβάνεις δεν είναι έμφυτη, είναι κεκτημένη, κληρονομημένη, ταξική. Και όμως, καθώς η μουσική κορυφώνεται, ο ίδιος ανταποδίδει με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, χωρίς γλώσσα, χωρίς εκπαίδευση αλλά με το σώμα. Και εκείνη τον κοιτάει με λατρεία. Είναι Μπουρντιέ γραμμένος με σάρκα.
Ο δεύτερος θεωρητικός άξονας, εξίσου ρητά αναγνωρισμένος από τον συγγραφέα, είναι η «Ευτυχιοκρατία» της Eva Illouz και του Edgar Cabanas. Η ευτυχία δεν είναι πια κατάσταση ή στόχος, είναι καταναγκασμός. Στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, η αδυναμία να είσαι ευτυχισμένος ισοδυναμεί με αποτυχία, με έλλειμμα προσωπικής ευθύνης, σχεδόν με ηθικό ελάττωμα. Η επιχείρηση Τσέμπαλου δεν παράγει απλώς υπηρεσίες ευεξίας. Παράγει ιδεολογία: φυτικά εκχυλίσματα και ελαφρά οπιούχα που χαλαρώνουν το σώμα, ενώ το σύστημα που το εξαντλεί παραμένει ακέραιο και ανέγγιχτο. Αγόρασε την ισορροπία σου, κατανάλωσε την ευτυχία σου, και μην ρωτάς γιατί τη χρειάστηκες. Ο φαύλος κύκλος είναι εμπορικά άρτιος.
Αλλά το βιβλίο δεν είναι μόνο σύγχρονη κοινωνιολογία. Έχει και μια ιστορική διάσταση που αποτελεί ίσως την πιο αιχμηρή του κίνηση. Στο αποκορύφωμα της τελικής σύγκρουσης, ο Μάνος αποκαλύπτει ότι ο ιδρυτής της οικογένειας, ο γηραιός Τσέμπαλος, ξεκίνησε ως Τσεμπαλίδης, μικρέμπορος ποντιακής καταγωγής, στη Θεσσαλονίκη, που κατά τη διάρκεια της Κατοχής καταχράστηκε περιουσίες Εβραίων που εξοντώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα. Το κεφάλαιο της οικογένειας δεν είναι μόνο κληρονομημένο. Είναι χτισμένο πάνω σε ιστορικό έγκλημα. Ο Μπουρντιέ συναντά εδώ τη σκοτεινή ελληνική ιστορία, και η σύνδεση αυτή δίνει στο βιβλίο μια βαρύτητα που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του οικογενειακού δράματος.
Στον αντίποδα της επιχειρηματικής κορυφής, ο Μπαλαμπανίδης τοποθετεί έναν χαρακτήρα που είναι μάλλον ο πιο «ελληνικός» όλου του βιβλίου: τον κύριο Μίλτο, τον τύπο που κυκλοφορεί σε πολλές ιστορίες χωρίς να ανήκει σε καμία, που πιστεύει ότι κάθε κοινωνία έχει ανάγκη από έναν άνθρωπο σαν αυτόν για να λειτουργεί, και που αυτό που ζητά περισσότερο απ’ όλα είναι σεβασμός αν και το χρήμα που διαθέτει έχει πάντα σκοτεινή προέλευση. Το «λαμόγιο» ως αρχέτυπο της ελληνικής μεταπολεμικής ιστορίας, ο διαμεσολαβητής που επιβιώνει κάθε αλλαγής καθεστώτος ακριβώς γιατί δεν ανήκει σε κανένα. Η περιγραφή του είναι από τις δυνατές σελίδες του βιβλίου και η συμμετοχή του στη λύση του οικογενειακού- επιχειρηματικού δράματος είναι καίρια και καθοριστική.

Η σκηνή της τελικής σύγκρουσης στο δείπνο της οδού Δημάκη, ανήμερα 23ης Απριλίου, λίγα χρόνια μετά την ημέρα που ο Έλληνας Πρωθυπουργός ανήγγειλε τη χρεοκοπία της Χώρας από το ακριτικό Καστελόριζο, είναι ένα φινάλε- κρεσέντο όπου όλοι παίζουν εναντίον όλων προκειμένου να διασφαλίσουν την ηγεσία της υπό πώληση οικογενειακής επιχείρησης: η έγκυος Λουκία που ξεκινά το παιχνίδι, ο Μάνος που εκβιάζει με κατηγορίες βιασμού, ο Τζώρτζης που φέρνει στο τραπέζι τον κύριο Μίλτο ως «ελληνική λύση» αντί για τους Βρετανούς επενδυτές. Η βία που ακολουθεί δεν είναι παρέκκλιση από τους κανόνες. Είναι η λογική τους συνέχεια. Ο νικητής Τζώρτζης επιβάλει τον γάμο της αδελφής του με τον εξ αγχιστείας ξάδελφο που εκείνη ποτέ δεν ήθελε, κλείνοντας τον κύκλο της ταξικής αναπαραγωγής με τον πιο αρχαϊκό τρόπο. Και η Λουκία, που είχε αρνηθεί τη μοίρα της με έναν έρωτα έξω από την τάξη της, ανατινάζει τον εαυτό της μαζί με το αρχείο της εταιρίας στον 11ο όροφο του κτιρίου όπου εδρεύει. Ούτε αυτή ξέφυγε.
Υπάρχει μια σκηνή που έχει προηγηθεί της κορύφωσης του δράματος που εντέλει συνδέεται άρρηκτα με το αιματηρό φινάλε της ιστορίας, με πρωταγωνίστρια τη Βίκυ, την αδελφή κολλητού φίλου του Μάνου από τη Θεσσαλονίκη της φτώχειας, που πέρα από τη σύνδεση της με την τελική αναμέτρηση των πρωταγωνιστών στο δείπνο των Τσέμπαλων όπως εκ των υστέρων μαθαίνουμε, προσθέτει τη γυναικεία διάσταση της ταξικής βίας με τρόπο που δεν χρειάζεται θεωρητική υποστήριξη και αξίζει να επισημάνουμε. Η Βίκυ έχει υποστεί τη διαπόμπευση από βίντεο που κυκλοφόρησαν οι βιαστές της στο διαδίκτυο, το σώμα της έχει γίνει δηλαδή πεδίο αρσενικής εκδίκησης. Η Λουκία, παράλληλα, μαθαίνοντας για την εγκυμοσύνη της από τον Μάνο (που σ εκείνη τη φάση είχαν μεταξύ τους κάπως απομακρυνθεί), σβήνει ένα γράμμα που ετοίμαζε για να τον ενημερώσει, με αναφορές στον «Γάμο του Φίγκαρο» και στέλνει στη θέση του απλώς μια φωτογραφία: τη γυμνή κοιλιά της με το χέρι της να ακουμπά πάνω της προστατευτικά. Χωρίς λόγια. Δύο γυναίκες, δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές ζωής, που η ταξική τους θέση ορίζει ακόμα και τον τρόπο που το σώμα τους μπορεί να μιλήσει ή να σιωπήσει.
Το «Τραγούδι των Κληρονόμων» είναι ένα βιβλίο που δεν φοβάται τις μεγάλες ερωτήσεις: τι κληρονομούμε και τι επιλέγουμε, ποιος πληρώνει την ευτυχία που μας πουλάνε, πώς το ελληνικό κεφάλαιο (ξανα)γεννήθηκε μεταπολεμικά και πάνω σε τι θεμέλια στέκεται. Ο Μπαλαμπανίδης έχει το πολιτικό θάρρος να δώσει απαντήσεις χωρίς να λειαίνειεπιφάνειες και γωνίες. Στις σκηνές της κορύφωσης η γραφή του έχει πυκνότητα και λογοτεχνική ένταση. Αν υπάρχει ένα σημείο τριβής, είναι στους διαλόγους όπου η κοινωνιολογική ανάλυση επιθυμεί να μεταφερθεί άμεσα ως δίδαγμα και επεξήγηση στον αναγνώστη. Είναι τα σχετικά αδύναμα σημεία της αφήγησης, εκεί που η γλώσσα γίνεται κάπου πεζή,κοινότοπη και διδακτική και ο αναγνώστης νιώθει το χέρι που «σπρώχνει». Η διαφορά ανάμεσα στην επιστήμη και τη λογοτεχνία δεν είναι μόνο θέμα ελευθερίας και διαίσθησης. Είναι κυρίως θέμα γλώσσας, ύφους και φόρμας. Αυτό όμως δεν χαλάει τη συνταγή. Απλώς το σημειώνουμε ως μικροαδυναμία της γραφής. Γιατί ό,τι μένει μετά το κλείσιμο του βιβλίου δεν είναι οι σχετικά αδύναμοι διάλογοι. Είναι ο Μάνος στο γήπεδο.
Ο επίδοξος εισβολέας στο δωδεκαόροφο κτίριο των Τσέμπαλων από τις δωδεκαόροφες εργατικές πολυκατοικίες της Θεσσαλονίκης, επέστρεψε εκεί από όπου ξεκίνησε, κουβαλώντας στα οστά του την απόδειξη ότι το ταξικό στάτους δεν αλλάζει με φιλοδοξία, με έρωτα ή με επιχείρημα. Αλλάζει μόνο αν αλλάξουν οι δομές που το αναπαράγουν. Και αυτόβέβαια, το 2026, δεν φαίνεται να βρίσκεται στο πρόγραμμα κανενός…




