Τα μνημεία του τραύματος
Η αρχαιολογία υφαίνει το εθνικό αφήγημα από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας
στην Αμφίπολη της Μακεδονίας…
του Δημήτρη Τρίκα
Τι σημαίνει «τραύμα» όταν το βάζουμε σε τίτλο βιβλίου για μνημεία; Τραύμα σε ποιον, ακριβώς; Στους ανθρώπους που έχασαν τη γη, το σπίτι, τους νεκρούς τους χωρίς τάφο; Αυτό είναι αναμφισβήτητο και πρωταρχικό. Αλλά υπάρχει και ένα δεύτερο τραύμα, πιο δυσδιάκριτο, που δεν αφορά ανθρώπους αλλά αφηγήματα. Το τραύμα μιας εθνικής ιδεολογίας που είχε επενδύσει τόσο πολύ συμβολικό κεφάλαιο σε πέτρες, τάφους, ναούς, ώστε η στρατιωτική κατάρρευση να γίνεται και κατάρρευση υπαρξιακή, σχεδόν μεταφυσική. Τι κάνει ένα κράτος με τα μνημεία που είχε επιστρατεύσει για να δικαιολογήσει μια κατάκτηση, όταν η κατάκτηση καταρρέει; Τα εγκαταλείπει; Τα θρηνεί; Ή τα ξαναχρησιμοποιεί, δεκαετίες μετά, με άλλο όνομα και άλλο μνημείο, για να θεραπεύσει μια εντελώς διαφορετική πληγή;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει, σιωπηλά αλλά με όλη τη βαρύτητά του, το νέο βιβλίο του Στέλιου Λεκάκη, αρχαιολόγου, επίκουρου καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και ερευνητή στο Newcastle University, «Τα μνημεία του τραύματος. Αρχαιολογία και πολιτική στη Μικρά Ασία, 1919-1922» (εκδόσεις Νεφέλη). Δεν είναι βιβλίο για την Καταστροφή με την έννοια που έχουμε συνηθίσει, ούτε ακόμη μία ιστορική αφήγηση πολεμικών επιχειρήσεων. Είναι ανατομία ενός μηχανισμού. Ο Λεκάκης αποτυπώνει με ενάργεια πώς η αρχαιολογική επιστήμη επιστρατεύεται, σε καιρό πολέμου, για να νομιμοποιήσει εδαφικές διεκδικήσεις, και πώς αυτός ο μηχανισμός, μια φορά κατασκευασμένος, δεν εξαφανίζεται ποτέ πραγματικά. Κοιμάται. Και ξυπνά, με άλλο πρόσχημα, κάθε φορά που το έθνος χρειάζεται ξανά να πιστέψει στο μεγαλείο του.
Η ιστορία αυτή δεν ξεκινά το 1919. Ξεκινά εβδομήντα πέντε χρόνια πριν, στην Εθνοσυνέλευση του 1844, σε μια συζήτηση φαινομενικά τεχνική για το ποιος δικαιούται την ελληνική ιθαγένεια. Εκεί ο Ιωάννης Κωλέττης διατυπώνει για πρώτη φορά τη διάκριση που θα στοιχειώσει τον ελληνισμό για έναν αιώνα. Υπάρχει ο Ελληνισμός μέσα στα σύνορα του μικρού βασιλείου, και υπάρχει ο Ελληνισμός που περιμένει ακόμα, αλύτρωτος, στην Ανατολή. Η Ελλάδα, λέει, είναι το κέντρο της Ευρώπης, προορισμένη να φωτίσει την Ανατολή μέσα από την αναγέννησή της. Δεν είναι ακόμα στρατιωτικό σχέδιο. Είναι κάτι πιο επικίνδυνο, με την έννοια της επώδυνης επώασης, πρόκειται για μια μεταφυσική του προορισμού, ντυμένη με τη γλώσσα του Συντάγματος. Και δεν είναι σύμπτωση ότι ο ίδιος ο Κωλέττης διατέλεσε πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών ακριβώς εκείνη την περίοδο. Ο άνθρωπος που θεμελιώνει ιδεολογικά τη Μεγάλη Ιδέα είναι ταυτόχρονα ο θεσμικός πατέρας της ελληνικής αρχαιολογίας ως κρατικού μηχανισμού. Δύο θεσμοί, μία χειρονομία, δηλαδή αν προτιμάτε, ο πολιτικός λόγος που υπόσχεται εδάφη, και η σκαπάνη που τα νομιμοποιεί.
Όταν φτάνουμε στο 1919, ο ηγέτης δεν είναι πια ρομαντικός μεγαλοϊδεάτης. Είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αστός εκσυγχρονιστής, κοινοβουλευτικό μυαλό, που είχε ήδη πετύχει κάτι ασύγκριτα πιο ριψοκίνδυνο: να βάλει την Ελλάδα στο πλευρό της Αντάντ ενάντια στον γερμανόφιλο βασιλικό άξονα, διχάζοντας τη χώρα στα δύο. Τα πράγματα οδηγήθηκαν στην κατάσταση του Εθνικού Διχασμού. Ο στόχος του δεν είναι πια η ονειρική Κωνσταντινούπολη του Κωλέττη. Είναι η Σμύρνη που φαντάζει στα μάτια του πιο ρεαλιστικός, πιο διαπραγματεύσιμος στόχος και που του «χαρίζουν» οι σύμμαχοί του ως αντάλλαγμα της πίστης του στον Γαλλο- αγγλικό άξονα. Η ιστορία θα τον τιμωρήσει πολιτικά πριν τιμωρήσει στρατιωτικά το έθνος. Χάνει τις εκλογές του 1920, και η εξουσία περνά στους φιλοβασιλικούς, που δεν αρκούνται στη Σμύρνη. Προχωρούν πολύ πέρα, μέχρι τον Σαγγάριο, με στόχο πια όχι μια πόλη αλλά έναν θρύλο, την Κόκκινη Μηλιά, εκείνο το ανατολικό σημείο όπου η παράδοση εμπλέκει τον μαρμαρωμένο βασιλιά και την εθνική φαντασίωση της αναγέννησης της αυτοκρατορίας. Η Μεγάλη Ιδέα, στη δεύτερη και τελευταία της φάση, δεν διεκδικεί πια λογικά εδάφη. Διεκδικεί μύθο.
Μέσα σε αυτή τη μεγαλομανή, αυτοκαταστροφική φάση, η αρχαιολογία βρίσκει τον δικό της, πιο σημαδιακό στόχο: τη βασιλική του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Έφεσο, κτισμένη από τον Ιουστινιανό στο σημείο όπου, λέει η παράδοση, ο Ευαγγελιστής αυτοενταφιάστηκε μετά την θεόπνευστη Αποκάλυψη στην Πάτμο. Η Ύπατη Αρμοστεία, η Ελληνική διοίκηση της Σμύρνης, δίνει, σε χρόνο εκπληκτικά σύντομο, έγκριση σε δύο αρχαιολόγους, στον Γεώργιο Οικονόμο για τις Κλαζομενές, και στον Γεώργιο Σωτηρίου για την Έφεσο. Η ταχύτητα αυτή δεν είναι τυχαία. Όπως έχει παρατηρήσει ο Μιχάλης Τιβέριος, μαρτυρά «παρασκηνιακή προεργασία». Η αρχαιολογία δεν ακολουθεί τον στρατό από καθαρή επιστημονική περιέργεια. Προπορεύεται, σχεδιάζει, περιμένει το σήμα.

Ο Σωτηρίου δεν είναι τυχαίος αρχαιολόγος. Είναι, ουσιαστικά, ο πατέρας της βυζαντινής αρχαιολογίας στην Ελλάδα, και έχει ήδη αποδείξει τι μπορεί να κάνει η αρχαιολογία για την εθνική συνείδηση: το 1917, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, είχε επιβλέψει την αποκατάσταση του Αγίου Δημητρίου. Στην Έφεσο βλέπει τη Μικρά Ασία, όπως καταγράφει ο Λεκάκης παραθέτοντας τα δικά του λόγια, ως τη «δυτικωτάτην» χερσόνησο της Ασίας, γέφυρα με την Ευρώπη. Επικεντρώνεται στην ιουστινιάνεια φάση της βασιλικής ως τεκμήριο συνέχειας μέσα από την Ορθοδοξία, απόδειξη του μεγαλείου του «καθ ημάς» Βυζαντίου. Το 1922, ακριβώς τη χρονιά της καταστροφής, η ανασκαφή βρίσκεται στην πιο εντατική της φάση, με εξήντα εργάτες ημερησίως να σκάβουν, ενώ το στρατιωτικό οικοδόμημα που υποτίθεται ότι την προστατεύει, αρχίζει να καταρρέει με ταχύτητα φωτός.
Ο ίδιος ο Λεκάκης δίνει σε αυτή τη λογική το θεωρητικό της όνομα σε ένα από τα πιο πυκνά κεφάλαια του βιβλίου, στο «Συνθέτοντας τις ρητορικές». Εκεί γράφει ρητά πως, σε συμβολικό επίπεδο, η κατάκτηση προκαλεί μια εθνικότροπη αντιμετώπιση των μνημείων που αποσκοπεί στην ηθική νομιμοποίηση των εδαφικών διεκδικήσεων τοπικά, και ότι οι ρητορικές μέσα στο ίδιο το στράτευμα είναι χαρακτηριστικές αυτής της διαδικασίας. Δεν είναι μόνο ο αρχαιολόγος που νομιμοποιεί την κατάκτηση. Είναι όλη η αλυσίδα, ρομαντικές, φανταστικές ή αποκρυφιστικές αφηγήσεις για τα αρχαία, που υφαίνουν το εθνικό αφήγημα και επιβεβαιώνουν την ίδια την αναγκαιότητα του πολέμου. Σε ό,τι ο Λεκάκης ονομάζει «πολιτιστική εγγύτητα», οι τοπικές κοινότητες ανακαλούν ιστορικά σχήματα για να τοποθετηθούν, χωρίς να χρειάζεται καν να ακολουθούν αυστηρές ιστορικές αναλογίες. Το μνημείο δεν χρειάζεται να «είναι» ιστορικά συνεχές. Αρκεί να λειτουργεί σαν να είναι.
Και όμως, μέσα στο ίδιο αρχείο που γεννά αυτή τη μεγάλη εθνική μηχανή, ο Λεκάκης βρίσκει και κάτι ασύγκριτα πιο μικρό, και ακριβώς γι’ αυτό πιο αληθινό. Ένα χειρόγραφο σημείωμα του φύλακα Στ. Κ. Σταυρινάκου, σε διαγραμμισμένο χαρτί, με δυσανάγνωστη αλλά εξαιρετικά καλλιτεχνική γραφή, που στέλνεται στον Κουρουνιώτη τον Φεβρουάριο του 1922, λίγους μήνες πριν την καταστροφή. Ο φύλακας ζητά να μάθει αν εγκρίθηκε η αύξηση του μισθού του, ευχαριστεί κάπως αδέξια, υπογράφει. Δίπλα στις μεγάλες αφηγήσεις περί Βυζαντίου, Ορθοδοξίας και «καθ ημάς» μεγαλείου, αυτό το ταπεινό χαρτί είναι η πιο αυθεντική μαρτυρία της απόστασης ανάμεσα στο εθνικό αφήγημα και την καθημερινή, υλική πραγματικότητα όσων το υπηρετούσαν. Ο Λεκάκης το περιγράφει ως έναν κόσμο που «μετεωρίζονταν μέσα στην παραδοσιακή τοπικότητα και, πολύ αργά, ψυχανεμίστηκε κάτι αναπόφευκτα νέο». Ο φύλακας δεν ξέρει ότι βρίσκεται στο τέλος μιας εποχής. Νοιάζεται για τον μισθό του. Αυτό, ίσως, είναι ένα από τα πιο ανθρώπινα σημεία όλου του βιβλίου.
Όταν η καταστροφή έρχεται, το τραύμα δεν παραμένει ενιαίο. Ο Λεκάκης παρατηρεί, μέσα από τη μνημειώδη πεντάτομη έκδοση της Εξόδου με τις αφηγήσεις των εκδιωγμένων, πώς η εμπειρία μετακινείται από προσωπικό σε συλλογικό αφήγημα, οργανωμένη γεωγραφικά, διατηρώντας την αρχαιοελληνική ονοματολογία των χαμένων τόπων. Από αυτή τη συλλογική τραγωδία αναδύεται μια ταυτότητα άγνωστη μέχρι τότε, «οι Μικρασιάτες», που διατηρείται στη συνέχεια έναντι των άλλων Ελλήνων, των Παλαιοελλαδιτών. Η καταστροφή, δηλαδή, δεν παράγει μόνο εθνικό πένθος ενιαίο. Παράγει μια νέα εσωτερική διαφοροποίηση μέσα στο ίδιο το έθνος, μια πληγή που χωρίζει τους ίδιους τους Έλληνες μεταξύ τους, μεταξύ εκείνων που έχασαν μια πατρίδα και εκείνων που δεν την είχαν ποτέ.
Και αυτό το τραύμα, μια φορά παγιωμένο, δεν μένει ποτέ απλά θρήνος. Γίνεται τελετουργία. Ο Λεκάκης περιγράφει, μέσα από τους Halbwachs και Assmann, πώς η επιμέλεια της συλλογικής μνήμης είναι ηγεμονική πράξη, που οργανώνει το τραύμα ως πολιτιστικό στοιχείο στο πλαίσιο επετειακών εορτασμών. Επίσημες ομιλίες, σκηνοθετημένα λόγια, στρατιωτική παρουσία, παραδοσιακές φορεσιές, χοροί. Η φωτογραφία του αγήματος μπροστά στο Μνημείο Μικρασιατικού Ελληνισμού στο Ηράκλειο, το 2012, δεν είναι απλά ντοκουμέντο. Είναι το ίδιο ακριβώς τελετουργικό σχήμα που η ανασκαφή της Εφέσου είχε ήδη χρησιμοποιήσει εκατό χρόνια πριν, μόνο που τώρα ο εχθρός δεν είναι απέναντι, είναι η ίδια η λήθη. Ακόμη και οι πύλες της «Αγίας Σοφίας» στο στάδιο μιας αθλητικής ένωσης/ ποδοσφαιρικής ομάδας στη Νέα Φιλαδέλφεια, ονοματισμένες από χαμένες μικρασιατικές πόλεις, γίνονται, όπως σημειώνει με καίρια ειρωνεία ο Λεκάκης, μπανάλ εκδοχές της ίδιας πρακτικής μνημόνευσης.
Το ίδιο ακριβώς σχήμα, ξανά, με νέο πρόσχημα, ξεσπά στην Αμφίπολη του 2014. Ανασκαφή που είχε αρχίσει αδιάφορα ίσως σαν κουραστική επαγγελματική ρουτίνα το 2012, κάτω από την προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Σερρών, Κατερίνα Περιστέρη. Με τον εντοπισμό δύο ακέφαλων σφιγγών τον Αύγουστο του 2014, η ανασκαφή «απογειώνεται» επικοινωνιακά. Μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς στέκεται μπροστά στον τύμβο, μιλάει δημόσια με αρχαιολογικούς όρους, σχολιάζει διαστάσεις, τυπολογία, χρονολόγηση, σαν να πρόκειται για κρατική τελετή. Καλεί τους Έλληνες να ακολουθήσουν την «εθνική αρχαιολογία» ως τρόπο επίλυσης των σύγχρονων προβλημάτων της χώρας. Λέει ότι «ένας μακεδονικός τάφος τέτοιων διαστάσεων είναι ακόμη μια επιβεβαίωση της ελληνικότητας της Μακεδονίας». Ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Ευάγγελος Βενιζέλος, μιλάει για «τη δύναμη του ελληνικού πολιτισμού και του ελληνισμού συνολικά».
Δεν είναι σύμπτωση ότι όλο αυτό συμβαίνει στην καρδιά της ελληνικής οικονομικής κρίσης, τη στιγμή που η χώρα είναι υπό μνημόνιο, υπό επιτήρηση, υπό ταπείνωση δημοσιονομική και εθνική. Ξένα δημοσιεύματα της εποχής το είδαν καθαρά: ο πρωθυπουργός που πασχίζει να ανοικοδομήσει την «ισοπεδωμένη οικονομία της χώρας» βρίσκει στον τύμβο Καστά μια ευκαιρία αφηγηματικής αντιστάθμισης. Η ίδια η ανασκαφέας τροφοδοτεί το αφήγημα, μιλώντας ήδη από το 2013 για πιθανή σύνδεση με την οικογένεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καταλήγοντας τελικά στην υπόθεση ότι το μνημείο παραγγέλθηκε από τον ίδιο τον Αλέξανδρο για τον Ηφαιστίωνα. Η επιστημονική κοινότητα διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες, αφού οι αρχαίες πηγές τοποθετούν τον τάφο του Αλεξάνδρου στην Αλεξάνδρεια. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία για τον μηχανισμό. Το αφήγημα δεν χρειάζεται επιστημονική επιβεβαίωση. Χρειάζεται μόνο πολιτική χρησιμότητα, ακριβώς όπως δεν χρειαζόταν ο Σωτηρίου να αποδείξει αδιάσειστα τη βυζαντινή συνέχεια, αρκούσε να την «τεκμηριώσει» όσο χρειαζόταν η στιγμή.
Θα μπορούσαμε να κλείσουμε εδώ, με τη διπλή εικόνα Έφεσος-Αμφίπολη, και θα ήταν ήδη αρκετό. Αλλά το βιβλίο του Λεκάκη δεν κλείνει εκεί, και νομίζω ότι η πιο ριζοσπαστική του κίνηση βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου ο συγγραφέας αποφασίζει να μπει ο ίδιος μέσα στην ιστορία που αφηγείται.
Στο έβδομο και τελευταίο κεφάλαιο, με μότο από τον Nosferatu του Murnau, εκείνη τη φράση για τη μοίρα που δεν αποφεύγεται, ο Λεκάκης αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο, με ύφος σχεδόν λογοτεχνικό, μια προσωπική ιστορία. Άνοιξη του 2013. Ο στρατιώτης (ΠΖ) Λεκάκης Στυλιανός, τυφεκιοφόρος στην 325 ΕΣΣΟ, βρίσκεται σε στρατόπεδο τεθωρακισμένων στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας. Κατά τη διάρκεια άσκησης βολής, εντοπίζει στο πεδίο βολής συγκεντρώσεις θραυσμάτων άβαφης κεραμικής, σε πυκνότητα που φτάνει κατά τόπους τα τριάντα τεμάχια ανά τετραγωνικό μέτρο. Συντάσσει αναφορά προς τον διοικητή της ίλης του. Τον καλούν στο διοικητήριο, ακούει λογύδριο για την ευαισθησία που έχει ιστορικά επιδείξει ο Ελληνικός Στρατός στην προστασία μνημείων στη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Μικρά Ασία. Επτά μήνες θητείας, επτά όστρακα φυλαγμένα στον στρατιωτικό του σάκο μέχρι την απόλυσή του. Την επομένη της απόλυσης, στέλνει επιστολή στα υπουργεία Πολιτισμού και Εθνικής Άμυνας, παραδίδοντας τα ευρήματα που, γράφει ο ίδιος, «αν και λίγα σε αριθμό και προβληματικά ως προς τη χρονολόγησή τους, θα πρέπει να θεωρηθούν ενδεικτικά της ευρύτατης διασποράς κεραμικής στο πεδίο βολής, η οποία μάλλον υποδεικνύει κάποια αρχαιολογική θέση στην περιοχή».
Και τότε ο Λεκάκης κάνει την κίνηση που μετατρέπει μια ανέκδοτη προσωπική ιστορία σε μεθοδολογική δήλωση. Ρωτάει ευθέως: τι σχέση έχει αυτή η τυχαία ιστορία στο τέλος μιας ιστορικής ενατένισης της Μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής; Και απαντά μόνος του ότι η προσωπική εμπειρία και η ατελεύτητη, άτεχνη αναμετάδοσή της απέναντι σε όσους έδρασαν τότε προσδίδουν στις αρχαιότητες, τους αρχαιολόγους, τη μνήμη και το τραύμα μια προνομιακή γωνία θέασης, που, όπως γράφει ο ίδιος, «μπορεί να συζητηθεί ειλικρινά μόνο όταν αρθρώνεται σε πρώτο πρόσωπο».

Αυτή η φράση είναι, νομίζω, το ηθικό κέντρο όλου του βιβλίου. Ο νεαρός φαντάρος Λεκάκης του 2013, που στέκεται σε ένα πεδίο βολής κρατώντας θραύσματα αρχαίας κεραμικής ενώ γύρω του ασκούνται τεθωρακισμένα, είναι μικρογραφία, σχεδόν παρωδιακή στην ταπεινότητά της, του Σωτηρίου που σκάβει στην Έφεσο ενώ καταρρέει το μέτωπο. Στρατός και αρχαιολογία βρίσκονται ξανά στον ίδιο χώρο, μόνο που τη φορά αυτή ο αφηγητής δεν είναι πια έξω από τη μηχανή, παρατηρώντας την ιστορικά, με την ασφάλεια της απόστασης. Είναι μέσα της, με το κράνος του, χρεώνοντας στο ελληνικό δημόσιο «λίγο ακόμα» από τον χρόνο της θητείας του. Η ίδια λογική, στρατιωτική παρουσία πλάι σε αρχαιολογικό εύρημα, νομιμοποίηση μέσα από επίσημο λόγο για «ευαισθησία» και «προστασία μνημείων», επαναλαμβάνεται, αλλά τώρα ο επιστήμονας που την αφηγείται την έχει ζήσει στο ίδιο του το σώμα, με τη δική του στρατιωτική ταυτότητα, τη δική του ανία της υποχρεωτικής θητείας, τη δική του, σχεδόν κωμική, σχέση με την εξουσία που τον καλεί στο διοικητήριο για να τον επαινέσει επισήμως.
Αυτό είναι, τελικά, το πιο πολιτικό επιχείρημα που μπορεί να κάνει ένας αρχαιολόγος σήμερα για τον δικό του κλάδο: ότι η αρχαιολογία δεν είναι ποτέ αμέτοχος μάρτυρας του παρελθόντος, αλλά συνεργός, ηθελημένα ή όχι, στην κατασκευή κάθε εθνικής αφήγησης που τη χρειάζεται, από τον Κωλέττη στην Εθνοσυνέλευση μέχρι τον Σωτηρίου στην Έφεσο, από την Περιστέρη στην Αμφίπολη μέχρι έναν ανώνυμο φαντάρο σε ένα πεδίο βολής στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας. Η σύγχρονη ελληνική «πατριωτική» δεξιά, όταν επικαλείται ασταμάτητα την ελληνικότητα της Μακεδονίας, τη συνέχεια του ελληνισμού, το μεγαλείο του Βυζαντίου, δεν εφευρίσκει νέο λόγο. Επαναλαμβάνει, με ίδιο ρυθμό και ίδια λειτουργία, μια χειρονομία που έχει επαναληφθεί τόσες φορές ώστε να έχει γίνει σχεδόν αντανακλαστική, αταβιστική, από το ίδιο το ελληνικό κράτος. Η αρχαιολογία δεν περιγράφει απλά το παρελθόν. Συνθέτει το ύφασμα της εθνικής μνήμης, ράβει το ένα κομμάτι πάνω στο άλλο, και το κάνει πάντα τη στιγμή που η παρούσα εξουσία το χρειάζεται περισσότερο, είτε πρόκειται για στρατό που προχωράει προς τον Σαγγάριο, είτε για κυβέρνηση που πασχίζει να ξεχάσει το μνημόνιο, είτε πρόκειται για έναν λαό που κουρασμένος από την οικονομική κρίση και την οδυνηρή πίεση των συμμάχων του, αναζητάει ένα λόγο να επιστρέψει στη δράση της ιστορίας και να νιώσει πάλι ξεχωριστός.
Το βιβλίο του Λεκάκη δεν χρειάζεται βέβαια να αναφέρει την Αμφίπολη για να μας τη δείξει. Την έχει ήδη δείξει, στο 1921, με τόση ακρίβεια ώστε ο σύγχρονος αναγνώστης δεν μπορεί να μη δει τη συνέχεια. Και δεν χρειάζεται να μας πει ρητά ότι ο ίδιος ο συγγραφέας, νεαρός φαντάρος κάποτε, στάθηκε όρθιος μέσα σε αυτή τη μηχανή, για να καταλάβουμε ότι η μόνη ειλικρινής θέση από την οποία μπορεί να γραφτεί ένα τέτοιο βιβλίο είναι από μέσα. Αυτό είναι, τελικά, το μεγαλύτερο επίτευγμα του βιβλίου. Δεν γράφει μια ιστορία της αρχαιολογίας. Γράφει μια ιστορία της εξουσίας μέσα από την αρχαιολογία, και μας αφήνει εμάς να συμπληρώσουμε τη γραμμή που οδηγεί από τη βασιλική της Εφέσου μέχρι τον τύμβο Καστά, μέχρι ένα πεδίο βολής στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας, και, αναπόφευκτα, μέχρι το σήμερα.

πολιτική στη Μικρά Ασία, 1919-1922»




