Οι Santiago Boys και το αδύνατο όνειρο της τεχνολογικής κυριαρχίας προς τον σοσιαλισμό
γράφει ο Δημήτρης Τρίκας
Evgeny Morozov, «The Santiago Boys», μετάφραση: panosmx, εκδόσεις Τοποβόρος. Αθήνα 2026.
Πριν την Silicon Valley της Καλιφόρνιας και το Internet, υπήρξε το Santiago του Σαλβαδόρ Αλιέντε, του Φερνάντο Φλόρες και του Στάφορντ Μπίρ με το μεγαλειώδες- για την εποχή του- εγχείρημα του Cybersyn. Πριν από τους Chicago Boys του γκουρού του (νέο)φιλελευθερισμού Μίλτον Φρίντμαν που κατέφθασαν στη Χιλή του Πινοτσέτ, της ITT και της CIA για να σαρώσουν κάθε ίχνος σοσιαλισμού ή όποιου κοινωνικού κράτους αποπειράθηκε να εφαρμόσει η Unidad Popular, και να αποθεώσουν, για την ακρίβεια να επιβάλουν με τον μονοφωνικό τρόμο της δικτατορίας, την απόλυτη πρωτοκαθεδρία της Αγοράς, υπήρξαν οι Santiago Boys, μια ομάδα νεαρών μηχανικών με πολιτικές, ριζοσπαστικές ιδέες στο πλευρό του Αλιέντε, που οραματίστηκαν ένα επαναστατικό κυβερνητικό σύστημα που θα στοχεύει στη διαχείριση της οικονομίας με υπολογιστές και τηλέτυπα και που θα έβαζαν τις νέες τεχνολογίες να υπηρετούν το λαό και τον σοσιαλισμό… Η κατάληξη όλου αυτού του εγχειρήματος του Σαλβαδόρ Αλιέντε , των οπαδών και των ριζοσπαστών συμμάχων του για έναν σοσιαλισμό με δημοκρατία, εκλογές, κοινοβούλιο και σύνταγμα που θα το σέβονται όλοι στη Χιλή, πνίγηκε στο λουτρό αίματος της 11ης Σεπτεμβρίου του 1973 από τους στασιαστές του Χιλιανού στρατού και των συμμάχων τους Νίξον, Κίσινγκερ, CIA και ΙΤΤ. Αλλά ας ξετυλίξουμε το κουβάρι μιας συναρπαστικής ιστορίας που προηγήθηκε και που διαβάζεται σαν θρίλερ…
Ο Evgeny Morozov δεν γράφει ιστορία. Γράφει διάγνωση. Το βιβλίο του για τους Santiago Boys, αυτή την ομάδα νέων μηχανικών και τεχνοκρατών που στρατολογήθηκαν από την κυβέρνηση της Unidad Popular για να κτίσουν ένα κυβερνητικό σύστημα διαχείρισης της εθνικοποιημένης οικονομίας της Χιλής, είναι ταυτόχρονα ανάκληση μιας ηττημένης ουτοπίας και πολιτική φιλοσοφία για το τι σημαίνει να διεκδικείς τεχνολογική κυριαρχία ενάντια στις μεγάλες εταιρείες και τις μυστικές υπηρεσίες. Το ερώτημα που οργανώνει ολόκληρο το αφήγημα δεν είναι «τι συνέβη στη Χιλή του Σαλβαδόρ Αλιέντε» αλλά «ποιος ελέγχει την τεχνολογία και άρα ποιος ελέγχει την οικονομία, τη γνώση και τελικά την εξουσία».
Το Project Cybersyn, το σύστημα που σχεδίασε ο Βρετανός σύμβουλος Stafford Beer μαζί με τους Χιλιανούς συνεργάτες του, ήταν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει: μια κυβερνητική αρχιτεκτονική που φιλοδοξούσε να διαχειρίζεται σε πραγματικό χρόνο τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας τέλεξ, υπολογιστές και πρωτόγονες αλλά ριζοσπαστικές διεπαφές δεδομένων. Η ιδέα ήταν απλή και ταυτόχρονα επαναστατική: αν μπορέσεις να έχεις πληροφορία σε πραγματικό χρόνο για την παραγωγή, τις ελλείψεις, τις ροές, τότε μπορείς να κυβερνάς χωρίς να εξαρτάσαι από τις πολυεθνικές που κρατούσαν ιστορικά αυτή τη γνώση ως ιδιωτική τους περιουσία. Η τεχνολογία δηλαδή ως εργαλείο αποαποικιοποίησης, όχι ως φετίχ και όπλο της άρχουσας τάξης.
Ωστόσο το Cybersyn δεν υπήρξε ποτέ χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις και η μεγαλύτερη από αυτές ήταν πολιτική. Η ριζοσπαστική αριστερά της Χιλής, και πέρα από τα σύνορά της η ευρύτερη αριστερή κριτική, δεν δέχτηκε αθόρυβα και αυτονόητα το εγχείρημα. Το επιχείρημα ήταν διπλό. Πρώτον, ότι η κυβερνητική στην πράξη δεν απελευθερώνει τους εργάτες αλλά δυναμώνει τα μεσαία στελέχη, τους τεχνοκράτες, τη γραφειοκρατία που διαχειρίζεται τα δεδομένα. Η εξουσία δεν πηγαίνει στο εργοστάσιο αλλά στην αίθουσα ελέγχου. Δεύτερον, ότι η ταξική πάλη δεν μεσολαβείται μέσω αλγορίθμων και τηλεμετρίας. Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης δεν είναι πρόβλημα βελτιστοποίησης. Ο Beer, μεγαλοαστός Βρετανός με ενθουσιασμό για τα συστήματα, ήταν για πολλούς ακτιβιστές της εποχής ύποπτος εκ προοιμίου. Η κριτική από αριστερούς διανοούμενους στη Βρετανία που τον κατηγόρησαν ότι σχεδιάζει ένα κυβερνητικό Μεγάλο Αδελφό ήταν σκληρή και τον έπληξε προσωπικά.
Ο Morozov δεν αποφεύγει αυτή την ένταση, αντίθετα την αναδεικνύει ως κεντρικό διακύβευμα του βιβλίου. Η θέση του δεν είναι ουδέτερη. Πιστεύει ότι η Αριστερά έχει πληρώσει βαρύ τίμημα για την αδυναμία της να σκεφτεί σοβαρά το ζήτημα της τεχνολογικής κυριαρχίας, να αναπτύξει δηλαδή μια δική της πολιτική οικονομία της τεχνολογίας αντί να εμφανίζεται πότε ως τεχνοφοβική και πότε ως αφελώς αισιόδοξη. Το Cybersyn δεν ήταν η τέλεια απάντηση, αλλά ήταν μια ειλικρινής προσπάθεια να σκεφτεί κάποιος τι σημαίνει εθνική κυριαρχία στην εποχή που η γνώση για την παραγωγή, η τεχνολογία της επικοινωνίας, οι υπολογιστικές υποδομές βρίσκονται στα χέρια πολυεθνικών. Αυτό το ερώτημα δεν έχει χάσει ούτε γραμμάριο από την επικαιρότητά του.
Όπως παραθέτει γεγονότα και στοιχείο ο Morozov, ενώ η ομάδα των Santiago Boys αγωνιζόταν για τεχνολογική αυτοτέλεια, η αντεπίθεση ήταν ήδη σε εξέλιξη. Η ITT, o αμερικανικός τηλεπικοινωνιακός κολοσσός με τεράστια συμφέροντα στη Χιλή, συνεργάστηκε ανοιχτά με τη CIA και τον Λευκό Οίκο για να υπονομεύσει την κυβέρνηση Αλιέντε. Ο Νίξον είχε δώσει εντολή που έγινε ιστορική στην κυνική της διατύπωση και σαφήνεια: «να ουρλιάξει η Χιλιανή οικονομία». Αποκλεισμός πιστώσεων, πίεση στη Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ να αποκλείσουν τη Χιλή, χρηματοδότηση της εφημερίδας El Mercurio για προπαγάνδα κατά του Αλιέντε, οικονομική στήριξη στις απεργίες των φορτηγατζήδων που παρέλυσαν τη χώρα. Η μεσαία τάξη που αντιδρούσε στις ουρές και τις ελλείψεις δεν ήξερε ή δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει ούτε καν να ακούσει, ότι η κρίση ήταν σε μεγάλο βαθμό κατασκευασμένη. Η CIA δεν επέλεγε μεταξύ πολιτικής και οικονομίας. Η οικονομία ήταν το μεγάλο πολιτικό της όπλο.
Η Χιλιανή δεξιά από την πλευρά της δεν περίμενε αδρανής. Τον Ιούνιο του 1973, μήνες πριν το πραξικόπημα, ένα τμήμα του στρατού επιχείρησε να ανατρέψει την κυβέρνηση και απέτυχε βρίσκοντας μάλιστα , ω! τι ειρωνεία της ιστορίας, απέναντι του τον Πινοτσέτ, ακόμα … νομιμόφρονα ανώτατο αξιωματικό του Χιλιανού στρατού. Η απόπειρα απέτυχε, αλλά αποκάλυψε πόσο διαβρωμένες ήταν ήδη οι ένοπλες δυνάμεις και πόσο κοντά ήταν η τελική σφαγή. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αλιέντε έκανε κάτι που ακόμα συζητείται έντονα, συνέχισε να αναζητά συμβιβασμό, διάλογο και συνταγματική διέξοδο. Απέρριψε ή δεν θέλησε να υλοποιήσει σχέδια για οπλισμό της εργατικής βάσης που τον στήριζε. Πίστευε στο θεσμικό πλαίσιο και στη δυνατότητα να πείσει ακόμα και την Χριστιανοδημοκρατία, ενδεχομένως και τον ίδιο τον εαυτό του, ότι θα μπορούσε να υπάρξει δημοκρατικός και κοινοβουλευτικός δρόμος για τον σοσιαλισμό με σεβασμό και τήρηση του Συντάγματος από όλες της πλευρές του πολιτικού παιχνιδιού. Το πείραμα της Unidad Popular έδειξε ότι ο Αμερικανικός ιμπεριαλισμός και ο διεθνής καπιταλισμός δεν είναι ποτέ διατεθειμένοι να αφεθούν στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες χωρίς υπονόμευση των πολιτικών αντιπάλων τους και υπόγειο βρώμικο οικονομικό πόλεμο όταν κινδυνεύουν τα συμφέροντα τους . Το Λατινοαμερικανικό παράδειγμα της σκληρής δεκαετίας του´70 απέδειξε ότι ακόμη και ένας εμφύλιος ή καλύτερα ένα στρατιωτικό πραξικόπημα είναι απολύτως λογικά για αυτούς, αν δεν αποδώσουν οι άλλες τακτικές και πιέσεις.
Ο Morozov δεν γράφει αγιογραφία. Ο Αλιέντε εμφανίζεται ως συναρπαστική προσωπικότητα αλλά και τραγικός ήρωας συνάμα. Η τιμιότητά του ήταν αδιαμφισβήτητη, η νομιμοφροσύνη του στο σύνταγμα ήταν ηθικά σεβαστή και πολιτικά αφοπλιστική. Σε μια εποχή που ο εχθρός έπαιζε εκτός κανόνων και ορίων ανοχής οποιασδήποτε δημοκρατίας, η εμμονή του στους κανόνες ήταν ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία του. Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς βέβαια αν μια πιο επιθετική, πιο ρηξικέλευθη, ριζοσπαστική τακτική και στρατηγική θα άλλαζε το αποτέλεσμα. Πιθανώς να προκαλούσε νωρίτερα τον εμφύλιο. Αλλά η αναγνώριση της τραγωδίας δεν επιτρέπει την αποφυγή της ανάλυσης των δεδομένων και ασφαλώς δεν διαγράφει τα ερωτήματα ούτε απαλύνει τα βαριά συναισθήματα και τη βάσανο της μνήμης των ηττημένων. Στο τέλος της μέρας κυρίως όμως επιβάλλει τον κριτικό αναστοχασμό για το σύνολο της Χιλιανής ιστορικής εμπειρίας με τις προεκτάσεις της στον χρόνο.
Η τεχνολογία ως πεδίο μάχης: ο Stafford Beer, οι Santiago Boys και η εσωτερική αριστερή κριτική
Αξίζει να ασχοληθούμε στο σημείο αυτό αναλυτικότερα με τον συγκρουσιακό προβληματισμό που αναπτύχθηκε στο εσωτερικό της Unidad Popular σχετικά με το ζήτημα της σχέσης Τεχνολογίας και Σοσιαλισμού, Κυβερνητικής και Ταξικής Πάλης. Το Cybersyn δεν απειλήθηκε μόνο από έξω. Μέσα στην ίδια την Unidad Popular, και πολύ περισσότερο στη ριζοσπαστική αριστερά που κινούνταν στα αριστερά της, το εγχείρημα συνάντησε μια κριτική που δεν ήταν ούτε αφελής ούτε εύκολα απορρίψιμη. Ο Stafford Beer, ο εκκεντρικός Βρετανός γκουρού της κυβερνητικής, που έφτασε στο Σαντιάγο με την ενέργεια και την αφοσίωση ενός (ιερ)απόστολου, είχε μια σαφή φιλοσοφική θέση: ο σοσιαλισμός χρειάζεται καλύτερη πληροφορία από τον καπιταλισμό. Η κεντρικά σχεδιαζόμενη οικονομία δεν αποτυγχάνει επειδή η ιδέα είναι λανθασμένη αλλά επειδή τυφλώνεται από την έλλειψη δεδομένων. Το Cybersyn ήταν η απάντησή του. Επρόκειτο για ένα νευρικό σύστημα που θα κινούσε αποτελεσματικά το σώμα της εθνικοποιημένης οικονομίας, που θα μετέφερε σήμα από το εργοστάσιο στο κέντρο αποφάσεων και αντίστροφα.
Η ριζοσπαστική αριστερά, και πρώτα απ’ όλα το MIR, το Κίνημα Επαναστατικής Αριστεράς, έβλεπε αυτή ακριβώς την αρχιτεκτονική με βαθιά υποψία. Το επιχείρημα δεν ήταν τεχνοφοβικό. Ήταν πολιτικό και βεβαίως ταξικά φορτισμένο. Ποιος ελέγχει τα δεδομένα; Ποιος ερμηνεύει τους αριθμούς; Ποιος αποφασίζει τι μετριέται και τι αφήνεται εκτός πλαισίου; Η απάντηση ήταν αναπόφευκτη: οι τεχνικοί, οι μηχανικοί, τα στελέχη, η νέα διαχειριστική τάξη που θα αναδυόταν μέσα από το ίδιο το σύστημα. Το Cybersyn, όπως υποστήριζαν, δεν ήταν εργαλείο εργατικής εξουσίας. Ήταν εργαλείο κρατικής ορθολογικοποίησης που θα αντικαθιστούσε τη ζωντανή δυναμική της ταξικής πάλης με διαχειριστική τεχνική.
Ο Morozov αποδίδει αυτήν την σύγκρουση και τη δυναμική της με ακρίβεια και χωρίς να αφήνει την ακραία ένταση να διευθετηθεί εύκολα. Σε ένα από τα πιο αποκαλυπτικά σημεία του βιβλίου, η σύγκρουση παίρνει σχεδόν σωματική μορφή. Ο Beer αμφισβητείται δημοσίως, όχι από τους εχθρούς του Αλιέντε αλλά από αριστερούς που πιστεύουν ότι αυτός ο ευκατάστατος Βρετανός με τον ενθουσιασμό του για τα συστήματα δεν μπορεί να είναι σύμμαχος της λαϊκής κυριαρχίας. Το πνεύμα της κριτικής σε διάφορες συσκέψεις μέσα στη χρονιά που θα αποδεικνυόταν η τελευταία της κυβέρνησης λαϊκής ενότητας, ήταν του τύπου: η εργατική τάξη δεν χρειάζεται διαχείριση. Χρειάζεται εξουσία. Αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Αυτή η ένταση δεν λύθηκε ποτέ. Ο Beer συνέχισε να πιστεύει ότι η κυβερνητική μπορεί να υπηρετήσει τη δημοκρατία αν σχεδιαστεί σωστά. Οι επικριτές του συνέχισαν να βλέπουν στο Cybersyn έναν τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό που δεν αγγίζει τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Και ο Morozov, με την ειλικρίνεια που τον χαρακτηρίζει, αφήνει αυτή την αμφισημία να υπάρχει μετέωρη και ερεθιστική. Το Cybersyn ήταν ίσως το πιο προχωρημένο πείραμα τεχνολογικής κυριαρχίας που επιχείρησε ποτέ κυβέρνηση της Αριστεράς, και ταυτόχρονα ένα πείραμα που δεν έλυσε θεμελιακά προβλήματα, ούτε απάντησε σε καίρια ερωτήματα του τύπου: σε ποιους ανήκει η τεχνολογία, ποιος ασκεί και ποιος υφίσταται τον έλεγχο, ποιοι ωφελούνται, πως και ποιοι οικοδομούν τον σοσιαλισμό;…
Για την ιστορία πάντως αξίζει να κρατήσουμε την διαδρομή προσώπων που πρωταγωνίστησαν στη δημιουργία και τη λειτουργία του Cybersyn. Μετά το αιματηρό πραξικόπημα η αμείλικτη στάση της δικτατορίας Πινοτσέτ απέναντι στην Αριστερά και τους πολιτικούς αντιπάλους της μεταφράστηκε σε οργουελική επιτήρηση, βασανιστήρια, απαγωγές και πολιτικές δολοφονίες ακόμη και στην Ουάσινγκτον, την πρωτεύουσα των ΗΠΑ. Κάποιοι κατάφεραν να διαφύγουν. Ο Βρετανός αριστοκράτης Stafford Beer που αφιερώθηκε στην υπόθεση του Cybersyn, μετά το τέλος της ουτοπίας Αλιέντε, ριζοσπαστικοποιήθηκε τόσο που αρνήθηκε να ξαναδουλέψει για πολυεθνικές εταιρίες ή για το Βρετανικό συντηρητικό κατεστημένο και αποσύρθηκε παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε, σε μια καλύβα στη μέση ενός δάσους στην Ουαλία και μετά στον Καναδά. Ο Φερνάντο Φλόρες, υπουργός εθνικής οικονομίας του Αλιέντε και εμπνευστής της ιδέας του Cybersyn, κατέληξε στην Καλιφόρνια και σιγά σιγά μέσω start up επιχειρήσεων που δημιούργησε ενσωματώθηκε στο… όραμα της Silicon Valley. Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι, ευτυχώς, πάντα και παντού!…
Αυτό που κάνει τους Santiago Boys σημαντικό βιβλίο για σήμερα δεν είναι η νοσταλγία. Είναι ότι η γεωπολιτική της τεχνολογίας που περιγράφει ο Morozov επικράτησε πλέον στην εποχή μας και μάλιστα με πολλαπλάσια βαρύτητα. Σήμερα οι νέοι αποικιοκράτες δεν στέλνουν πολεμικά πλοία. Κρατούν τις υποδομές cloud, τα δίκτυα δεδομένων, τα λειτουργικά συστήματα, τους αλγόριθμους που διαμορφώνουν τη δημόσια γνώμη. Κάθε κυβέρνηση που επιχειρεί να διαχειριστεί αυτόνομα την οικονομία της πέφτει πάνω στον ίδιο τοίχο που έπεσαν οι Santiago Boys. H τεχνολογική εξάρτηση είναι η σύγχρονη μορφή της αποικιακής σχέσης.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τοποβόρος σε μετάφραση του panosmx. Η έκδοση αυτή έρχεται σε μια στιγμή που κάποιες πολιτικές δυνάμεις και κοινωνικές ομάδες στην Ευρώπη, ανάμεσα στους πολέμους, στα ελλείμματα κυριαρχίας και τις τεχνολογικές εξαρτήσεις, ξαναθέτουν επιτέλους ερωτήματα που η Χιλή έθεσε πριν από πενήντα χρόνια και πλέον. Οι απαντήσεις εκείνης της εποχής δολοφονήθηκαν στις 11 Σεπτεμβρίου 1973 με το πραξικόπημα Πινοτσέτ. Τα ερωτήματα όμως οφείλουν να παραμένουν ανοιχτά.







