Geoliteratura, Weltliteratur και Διεθνές Στυλ: η λογοτεχνία ως κριτική σκέψη και πολιτισμική πράξη
γράφει ο Γιώργος Αραμπατζής
Το συνέδριο Geoliteratura που διοργάνωσε ο συγγραφέας Gojko Celebic από 10 έως 14 Ιουνίου 2026 στο Kotor του Μαυροβουνίου διατύπωσε μια επίκαιρη πρόταση για τον ρόλο της λογοτεχνίας στον σύγχρονο κόσμο: η λογοτεχνική δημιουργία δεν αποτελεί ένα παράλληλο γεγονός αισθητικής σημασίας αλλά ένα πεδίο όπου διαμορφώνονται πολιτισμικές ευαισθησίες, πολιτικές διαθέσεις και τρόποι κατανόησης των συλλογικοτήτων ως πολιτισμικά a priori. Η διοργάνωση συγκέντρωσε συγγραφείς και ερευνητές από διαφορετικές γλωσσικές και πολιτισμικές περιοχές, προβάλλοντας τη σχέση φιλολογίας, φιλοσοφίας και γεωπολιτικής. Η βασική θέση του συνεδρίου ήταν ότι τίποτε ουσιωδώς πολιτικό δεν εμφανίζεται ξαφνικά στην σφαίρα του πραγματικού αν δεν έχει ήδη προετοιμαστεί στο επίπεδο του πολιτισμού, των γλωσσών και των αφηγήσεων.
Η Geoliteratura συνδέει τη λογοτεχνία με το γεωγραφικό, ιστορικό και πολιτισμικό συγκεκριμένο χαρακτήρα των χωρών. Η ιδέα μιας τέτοιας γεω-λογοτεχνίας δεν αντιμετωπίζει τον χώρο ως ουδέτερο σκηνικό μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται μια αφήγηση ή μια ποιητική σύνθεση αλλά ως ενεργό παράγοντα που διαμορφώνει τη γλώσσα, τη μνήμη, τις πολιτισμικές ταυτότητες και τις μορφές της ιστορικής εμπειρίας. Το Kotor, ως βαλκανικός και μεσογειακός τόπος συνάντησης διαφορετικών παραδόσεων, λειτούργησε, έτσι, όχι απλώς ως γεωγραφική έδρα του συνεδρίου αλλά ως υπόδειγμα μιας λογοτεχνικής γεωγραφίας όπου το εντοπισμένο μπορεί να επεκταθεί χωρικά χωρίς να απωλέσει την ιδιαιτερότητά του. Η σύζευξη των γλωσσικών παραδόσεων όπως τα ελληνικά, τα λατινικά, τα πορτογαλικά, τα σερβικά και άλλες γλώσσες συγκροτεί μια εικόνα του κόσμου που δίνεται ως τροπισμοί σχέσεων και όχι ως παγκοσμιοποιημένες δικτυώσεις.
Σε αυτό το σημείο η Geoliteratura συναντά, κατά τον Gojko Celebic, την έννοια της Weltliteratur του Goethe. Για τον Goethe, η παγκόσμια λογοτεχνία δεν σήμαινε την κατάργηση των εθνικών λογοτεχνιών ούτε την υποκατάστασή τους από ένα ενιαίο διεθνές πρότυπο. Σήμαινε, αντιθέτως, τη δυνατότητα των λογοτεχνιών να επικοινωνούν, να μεταφράζονται, να αναγνωρίζουν η μια την άλλη και να διευρύνουν τους ορίζοντές τους μέσα από την εμπειρία του Άλλου. Η Weltliteratur προϋποθέτει ότι κάθε γλώσσα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό μέσο αλλά φέρει εντός της έναν ιδιαίτερο τρόπο πρόσληψης του κόσμου. Ταυτόχρονα, κατά τον μεγάλο Γερμανό κλασικό, καμία γλώσσα δεν αρκεί από μόνη της για να εξαντλήσει την ανθρώπινη εμπειρία. Η παγκόσμια λογοτεχνία είναι, επομένως, μια δυναμική διαδικασία μετάβασης από το εθνικό στο παγκόσμιο, όμως όχι ως ιδανισμός αλλά ως γνήσια κίνηση από το οικείο στο novum.
Το συνέδριο του Kotor εμπνεύσθηκε από την ιδέα του Goethe που γίνεται πολύ πιο επείγουσα μέσα σε συνθήκες ψηφιακής παγκοσμιοποίησης και δικτύωσης. Η πολυγλωσσία των συμμετεχόντων δεν παρουσιάσθηκε ως διακοσμητικό χαρακτηριστικό ενός ακαδημαϊκού διεθνισμού αλλά ως όρος ακριβούς γνώσης (ο Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ συνέδεε, άλλωστε, τη λογοτεχνία με την επιστημονική ακρίβεια). Οι γλώσσες εμφανίζονται ως φορείς ιστορικής μνήμης, εννοιολογικής διαύγειας και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει, εξ άλλου, ο συνυπολογισμός των αρχαίων γλωσσών και των πιο τοπικών γλωσσικών παραδόσεων οι οποίες αντιστέκονται στη λογική μιας παγκόσμιας επικοινωνίας, περιορισμένης στις ισχυρές επικοινωνιακές δυνατότητες της παγκοσμιοποίησης. Η μετάφραση περιφερειακών γλωσσών είναι η δημιουργία ενός νέου χώρου διαλόγου ανάμεσα σε διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και πολιτισμικές μνήμες αλλά και η ανάπτυξη ενός γνήσιου αισθήματος κοινότητας των περιφερειακών σκέψεων γύρω από τον κόσμο και όσα μάς επισυμβαίνουν.
Ωστόσο, η σχέση ανάμεσα στο τοπικό και στο παγκόσμιο δεν είναι από μόνη της θετική. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να αναφερθώ σε ό,τι περιέγραψα κάποτε ως «διεθνές στυλ και νέα φιλολογία». Πρόκειται για μια μορφή «δευτερεύουσας παγκοσμιοποίησης» η οποία δεν ταυτίζεται με μια αληθινή επικοινωνία των πολιτισμών αλλά με την τυποποίηση της έκφρασης μέσω των μαζικών μέσων και της διαρκούς ανακύκλωσης της πληροφορίας. Η βαλκανική λαϊκή ποπ για παράδειγμα, οι τηλεοπτικές σειρές και οι επαναλαμβανόμενες μελοδραματικές δομές εμφανίζονται ως παραδείγματα ενός διεθνούς ύφους και μιας αισθητικής που αλλάζει γλώσσες και προφάνειες αλλά διατηρεί τον ίδιο, στερεότυπο και κλειστά αυτοαναφορικό μηχανισμό. Το πρόβλημα αυτού του διεθνούς ύφους δεν είναι μόνο η απλότητα ή η δημοφιλία του. Είναι ότι μετατρέπει την πολιτισμική εμπειρία σε παθητική κατανάλωση εικόνων και πληροφοριών. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυσή μου, η «πληροφορία» που είναι κομβική σε αυτό το πολιτισμικό καθεστώς αποδεικνύεται συχνότατα κενή νοήματος. Η «πληροφορία» ανακυκλώνεται, επιβάλλει το εφήμερο και αποδυναμώνει κάθε σχέση με τη διάρκεια, το έργο τέχνης και την ενεργό κρίση του αποδέκτη των αισθητικών παραγωγών. Η λογοτεχνία παύει να αποτελεί πεδίο στοχασμού και γίνεται το σχήμα εκείνο που επιτρέπει τη συνεχή ροή εικόνων. Το κοινό δεν καλείται να ερμηνεύσει ή να αμφισβητήσει αλλά να αναγνωρίσει αμέσως γνώριμα μοτίβα και να τα καταναλώσει.
Η αντίθεση ανάμεσα στη Weltliteratur και το διεθνές στυλ αποδεικνύεται, συνεπώς, κρίσιμη. Η πρώτη βασίζεται στη μετάφραση, στη συνάντηση με τη διαφορά, στην ιστορική διάρκεια και στην ανταλλαγή μορφών γνώσης. Το δεύτερο τείνει να εξισώνει τις διαφορές και να τις μετατρέπει σε παραλλαγές ενός παγκοσμιοποιημένου και άμεσα αναγνωρίσιμου προτύπου. Η Weltliteratur δεν ζητά από τις γλώσσες να απαρνηθούν τη δική τους ιστορικότητα. Όμως, το διεθνές στυλ καθιστά, συχνά, τη γλώσσα απλό όχημα μιας ήδη προκατασκευασμένης εικόνας. Η πρώτη προϋποθέτει ενεργούς αναγνώστες και μεταφραστές, το δεύτερο παράγει παθητικούς δέκτες που παρακολουθούν έναν αέναο μηχανισμό πολιτισμικής επανάληψης. Από αυτή την άποψη, η Geoliteratura του Kotor μπορεί να θεωρηθεί ως μια κριτική απάντηση στον κίνδυνο του διεθνούς ύφους. Η επιμονή στις γλώσσες, στις τοπικές λογοτεχνικές μνήμες και στις δύσκολα προσβάσιμες πολιτισμικές περιφέρειες προτείνει μια παγκοσμιότητα που δεν εξαντλείται στην τεχνολογική διασύνδεση. Η επικοινωνία μεταξύ των λογοτεχνιών του κόσμου δεν γίνεται ουσιαστική μόνο όταν τα κείμενα κυκλοφορούν ταχύτερα αλλά και όταν μετατρέπουν τη διαφορά σε πάθος της γνώσης. Με αυτή την έννοια, η παγκόσμια λογοτεχνία δεν είναι μια ουδέτερη αγορά έργων αλλά μια μορφή κριτικής παιδείας.
Η λογοτεχνία μπορεί να καλλιεργήσει την κριτική σκέψη ακριβώς επειδή τέμνει εγκάρσια την αυτονόητη σχέση μας με τον κόσμο. Η ανάγνωση ενός έργου από άλλη γλώσσα ή άλλη ιστορική συνθήκη μάς αναγκάζει να απομακρυνθούμε από τις βεβαιότητες μας. Μάς επιτρέπει να αντιληφθούμε ότι οι εθνικές ταυτότητες, οι πολιτικές αφηγήσεις και οι πολιτισμικές ιεραρχίες δεν είναι φυσικά δεδομένα αλλά ιστορικές κατασκευές και, κυρίως, ιστορικές αποβλεπτικότητες. Μέσα από τη λογοτεχνία, η σκέψη μπορεί να αναγνωρίσει τις σχέσεις ανάμεσα σε γλώσσα και εξουσία, κέντρο και περιφέρεια, μνήμη και λήθη. Η σχετική κριτική δεν μένει στο επίπεδο της θεωρίας αλλά μετατρέπεται σε πολιτισμική πράξη και οδηγεί σε μεταφράσεις, σε νέες εκδόσεις, σε αρχειακές αναζητήσεις, σε διαπολιτισμικές συνεργασίες και σε μορφές εκπαίδευσης που ενθαρρύνουν τη γλωσσική και ιστορική αυτοσυνειδησία. Όπως λέγεται, σχετικά, η θεωρία δεν είναι υποκατάστατο της δράσης αλλά μπορεί να συνιστά αυτή η ίδια πράξη όταν αναλύει τις μορφές των νέων μύθων και αποκαλύπτει τους μηχανισμούς που καθιστούν τις συλλογικότητες παθητικούς δέκτες. Η καλή λογοτεχνία και η θεωρητική εγρήγορση συνδέονται, επομένως, στο μέτρο που αποτελούν και οι δυο διαδικασίες αντίστασης απέναντι στην πολιτισμική αδράνεια.
Η Geoliteratura, η Weltliteratur και η κριτική του διεθνούς στυλ συναντώνται τελικά σε ένα κοινό αίτημα: η λογοτεχνία πρέπει να παραμείνει χώρος πραγματικής συνάντησης και όχι μηχανισμός εξομοίωσης. Η παγκόσμια λογοτεχνία αποκτά πολιτικό νόημα όταν δεν απορροφά τις τοπικές φωνές σε μια αφηρημένη οικουμενικότητα αλλά δημιουργεί τους όρους ώστε αυτές να γίνουν αισθητές, να μεταφραστούν και να αλληλοεπιδράσουν. Η λογοτεχνία, ως γνωστόν, δεν είναι καθρέφτης του κόσμου αλλά δύναμη για την κριτική κατανόηση του.
Ο Γιώργος Αραμπατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας, ΕΚΠΑ








