
Alive and (almost) kicking! Τέχνη και συγκρούσεις στα περίπτερα της Βενετίας
Η μάχη των περιπτέρων στη φετεινή Μπιενάλε απέδειξε για μια ακόμα φορά την υποκρισια του δυτικού συστήματος που κανοναρχεί και την τέχνη. Το ρώσικο περίπτερο παραμένει εδώ και χρόνια κλειστό και, παρά τις τοποθετήσεις του Προέδρου της Μπιενάλε, που δέχτηκε σφοδρή κριτική για τη θέση του ότι πρέπει να ξανανοίξει, αυτό συνέβη μόνο κατά τη διάρκεια του preview. Διόλου τυχαία η επιλογή των Ρώσων να φέρουν απλώς λουλούδια και dj (πολύ πιο συμβολική η επιλογή των Ρώσων πριν από δυο χρόνια να το παραχωρήσουν στη Βολιβία, που με τη σειρά της φιλοξένησε και έργα άλλων λατινοαμερικάνων καλλιτεχνών που δεν είχαν περίπτερο).
Αντίθετα, το Ισραηλινό περίπτερο, που πριν δυο χρόνια είχε παραμείνει κλειστό με επιλογή της καλλιτέχνιδος και της επιμελήτριας του, φέτος παραμένει ανοιχτό σε χώρο που του παραχωρήθηκε στο Αρσενάλε και μάλιστα πρωταγωνίστησε σε καταγγελίες για αντισημιτισμό και απειλές για νομικά μέτρα προς την επιτροπή απονομής των βραβείων, η οποία τόλμησε να πει ότι δεν θα βραβεύσει περίπτερα χωρών που έχουν εισβάλλει σε άλλη χώρα. Γεγονός που οδήγησε στην παραίτηση της επιτροπής και την αναγγελία ότι φέτος το βραβείο θα απονεμηθεί με ψηφοφορία κοινού αλά γιουροβίζιον. Το αποτέλεσμα μπορείτε να το προβλέψετε…
Η μεγάλη απεργία, πορεία και σύγκρουση με την αστυνομία των καλλιτεχνών και των εργαζομένων της Μπιενάλε που διεκδικούσαν το κλείσιμο του ισραηλινού περιπτέρου, αλλά και η αυτονόητη δήλωση δεκάδων καλλιτεχνών ότι δεν δέχονται να συμμετέχουν σε μια τέτοια ψηφοφορία, ανέδειξαν ξεκάθαρα ότι η γενοκτονία δεν εξισώνεται με τίποτα. Αλλά ανέδειξαν και κάτι ακόμα: ότι, παρ’ όλες τις προσπάθειες να μετατραπεί σε μια ήσυχη, κατεστημένη θεραπαινίδα, που προκαλεί ενατένιση και προβληματισμό, η τέχνη δεν είναι απλά πολιτική, είναι αγωνιστικά πολεμική-και μονο τότε έχει άλλωστε νόημα.
Δεν ήταν όμως αυτά τα μόνα περίπτερα που προκάλεσαν αντιπαραθέσεις: η επιλογή του Λιβανέζου Khaled Sabsabi να εκπροσωπήσει την Αυστραλία προκάλεσε τις αντιδράσεις φιλοσιωνιστικών οργανώσεων και βουλευτών γιατί πριν είκοσι χρόνια ο Sabsabi είχε ενσωματώσει σε ένα έργο του βίντεο από ομιλία του Νασράλα. Η επιλογή ανακλήθηκε, αλλά ευτυχώς η αντίδραση των αυστραλών καλλιτεχνών και η επιλογή της Koyo Kouoh, επιμελήτριας της κεντρικής έκθεσης, να συμπεριλάβει τον Sabsabi σε αυτήν, οδήγησε στην ανάκληση της ανάκλησης. Aπό την άλλη, η επιμονή του Υπουργού Πολιτισμού της Νοτίου Αφρικής Gayton Mckenzie να μην επιτρέψει στην Gabriel Goliath να εκπροσωπήσει τη Νότια Αφρική με το έργο της, λόγω του φιλοπαλαιστινιακού του περιεχομένου, στέρησε τη χώρα από την τιμή να έχει επίσημα ένα από τα συγκλονιστικότερα περίπτερα (και ανέδειξε και τις εσωτερικές συγκρούσεις στη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση συνασπισμού που από τη μια προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κατά του Ισραήλ και από την άλλη διατηρεί έναν ανοιχτά φιλοσιωνιστή στο Υπουργείο Πολιτισμού).
Στα Τζιαρντίνι
Αν εξαιρέσει κανείς την απεργία και τη διαδήλωση της 8ης Μαϊου, η εικόνα της φετινής Μπιενάλε σφραγίστηκε από την περφόρμανς της Florentina Holzinger στο Αυστριακό περίπτερο που μετατράπηκε σε ζωντανή καμπάνα για να συμβολίσει το Επείγον. Ένα Επείγον που αφορά φυσικά την περιβαλλοντική κρίση, αφού το περίπτερο είναι αφιερωμένο στον κίνδυνο βύθισης ολόκληρων περιοχών-συμπεριλαμβανομένης της Βενετίας- από την άνοδο των υδάτων, αλλά που εκτείνεται και σε όλα τα τεράστια προβλήματα του Κόσμου, από τον Πόλεμο μέχρι την επέλαση του αυταρχισμού, του ολοκληρωτισμού, της αδιανόητης κερδοσκοπίας, του σεξισμού και του ρατσισμού. Το περίπτερο σίγουρα περιείχε και στοιχεία εντυπωσιασμού, όπως η όλη διαδικασία παράδοσης ούρων από τους θεατές για να γεμίσουν οι δεξαμενές μέσα στις οποίες ζούσε μια περφόρμερ. Ο συμμετοχικός ενθουσιασμός του πλήθους μόνο προβληματισμό και αποστασιοποίηση δεν δημιουργούσε. Σε μια άλλη όμως αίθουσα, η πάλη των εργατριών, στις οποίες απαγορευόταν κάθε έξοδος ή βοήθεια, με τα απόβλητα ενός χαλασμένου μηχανήματος ήταν ίσως η πιο αυθεντική αναπαράσταση ενός συστήματος που γεννά διαρκώς εκατόμβη θυμάτων.
Αναμφίβολα ανάμεσα στα περίπτερα των Τζιαρντίνι ξεχωρίζει το περίπτερο της Βραζιλίας. Η Adriana Varejao χρόνια τώρα χρησιμοποιεί το σύμβολο της πληγής -και μάλιστα της χαίνουσας, σάρκινης πληγής- για να την αντιπαραβάλλει με την αποικιοκρατική διακόσμηση των βραζιλιάνικων azulejos. Εδώ όμως, θέτοντας τις πληγές της πάνω στο ίδιο το σώμα του περιπτέρου, αναδεικνύει τις χαίνουσες πληγές της ίδιας της Τέχνης, της ίδιας της Μπιενάλε.
Στον ίδιο χώρο, η Rosina Paulino ανατέμνει τον ρατσισμό της βραζιλιάνικης κοινωνίας ενάντια στους Αφροβραζιλιάνους, που, όπως δείχνει το έργο της, κυριολεκτικά στήνονται στον τοίχο μέσα σε έναν ιστό αράχνης που φαίνεται να εμποδίζει κάθε διέξοδο. Όμως, μέσα από την εικονογραφία της οι Αφροβραζιλιάνοι αποκτούν νέες θεότητες που συμβολίζουν τη δύναμη και την αντοχή που γεννιέται μέσα από τη συνδεσή με τη φύση, όπως οι Jacobá της ή οι Βουβάλες της, που με την περήφανη σεξουαλικότητά τους ευθέως συγκρούονται με τα δυτικά αρχέτυπα. Οπότε τα κουκούλια της μπορεί να σηματοδοτούν έναν εμμένοντα εγκλωβισμό, μπορεί όμως να οδηγούν και σε μια ευφρόσυνη μεταμόρφωση.
Στο περίπτερο του Ηνωμένου Βασιλείου η Αφροβρεταννή Lubaina Himid αναπτύσσει τη γνωστή εικονογραφία της που επικεντρώνεται σε καθημερινές πρακτικές. Όμως ο ποιητικός τρόπος γραφής αίρει τα όρια πραγματικότητας, φαντασίας και άπειρων ερωτήσεων και δυνατοτήτων. Με αυτό τον τρόπο φτιάχνει ένα χώρο, έναν οίκο όπου η ζωγράφος και ο θεατής, κουβαλώντας ο καθένας τις δικές του εμπειρίες, εντάσσονται σε ένα διάλογο που καταλήγει στο καίριο ερώτημα: τι θα μπορούσα να κάνω από σήμερα για να αλλάξω τη ζωή μου προς μια πιο αρμονική κατάσταση;
Αξίζει επίσης μια αναφορά στο περίπτερο της Ρουμανίας, όπου η Αnca Benera και ο Arnold Estefán αντιμετωπίζοντας τη Μαύρη Θάλασσα ως ζωντανό αρχείο, αλλά και αναδεικνύοντας την περιβαλλοντική της καταστροφή, αναρωτιώνται ως νέοι Bee Gee’s ” How can you mend a broken sea?”, στο περίπτερο της Τσεχίας και Σλοβακίας, όπου ο Jacub Jansa κινηματογραφεί την ιστορία ενός παιδικού ήρωα, του Τυφλοποντικάνθρωπου, που επιλέγεται να εκπροσωπήσει τη χώρα του στη Βενετία και στο περίπτερο της Ιαπωνίας, όπου ο Ei Arakawa-Nash φτιάχνει ένα περιβάλλον γεμάτο μωρά με γυαλιά ηλίου, που κυλιούνται στο πάτωμα, κρέμονται απ’ το ταβάνι, κρύβονται σε κάθε γωνία και μπορείς να τα πάρεις αγκαλιά για να δεις το περίπτερο μαζί τους, ακόμα και να τους αλλάξεις πάνα (η ιδέα λειτουργεί απόλυτα, χάρη στους καταπραϋντικούς ήχους που διαχέονται στο χώρο-θα αρκούσε μια αλλαγή σε εκατοντάδες συγχρονισμένα κλάματα για να παραχθεί ένα εντελώς διαφορετικό περίπτερο).
Στο Αρσενάλε
Το σπίτι, ως χώρος κατοίκησης, αγάπης, φροντίδας και ονείρου ήταν σίγουρα ένα από τα θέματα που ήθελε να αναπτύξει η κεντρική έκθεση. Δυστυχώς μόνο με το έργο της Beverly Buchanan για την αυθαίρετη δόμηση των αφροαμερικανών του Νότου κατόρθωσε να προσδώσει ενδιαφέρον στο θέμα. Το Ινδικό όμως περίπτερο αναπληρώνει και με το παραπάνω, αναδεικνύοντας όντως την έννοια του σπιτιού ως φορέα μιας εφήμερης, εύθραυστης, μα και τόσο καθηλωτικής μνήμης και συναισθήματος. Το έργο της Sumakhsi Singh, “Μόνιμη Κατοικία”, κεντημένο από λεπτή άσπρη κλωστή που κρέμεται από το ταβάνι, αποτελείται από αέρινα δαντελωτά τμήματα του κατεδαφισμένου πια σπιτιού, όπου έμενε η οικογένεια της όταν μετανάστευσε στο Δελχί. Εκεί όπου η μνήμη κατοικεί όντως μόνιμα.
Η λαβυρινθώδης κατασκευή από μπαμπού του Asim Wakif παραπέμπει στα παλιά σπίτια που κατασκευάζονταν από ελαφρά, αλλά σταθερά, ανακυκλώσιμα υλικά που έχουν πλέον απαγορευτεί και αντικατασταθεί από τσιμέντο. Τα μπαμπού του Wakif μοιάζουν με τον πολυδαίδαλο σύνδεσμο συγγενικών σχέσεων των μεγάλων οικογενειών, που σίγουρα μοιάζει και είναι καταπιεστικός, πλην όμως έχει γωνιές που μπορείς να αναπαυτείς μέσα στη θαλπωρή και την ασφάλεια.
Η “Ηχώ των σπιτιών” του Skarma Sonam Tashi είναι φτιαγμένη από παπιέ μασέ και πηλό, θυμίζοντας τις ευάλωτες γήινες γειτονιές του Λαντάκ, που εναρμονίζονταν πλήρως με το χιόνι και τους σκληρούς χειμώνες. Η κλιματική αλλαγή έχει φέρει κι εδώ το τσιμέντο ως μέσο προστασίας από τις ολοένα αυξανόμενες βροχοπτώσεις.
Όμως το όνειρο για μια πλήρη συμβίωση με τη φύση αποκτά πραγματικά φαντασμαγορικό περιεχόμενο στα γιγάντια εναέρια βαμβακερά λουλούδια της Ranjani Shettar.
Στο Ιταλικό περίπτερο η Chiara Camoni κατάλαβε πλήρως το νόημα του θέματος της κεντρικής έκθεσης για τη διαλεκτική πνεύματος και υλικότητας και έφτιαξε μια σειρά από σύγχρονες κεραμικές θεότητες στολισμένες με αναθήματα προς τη φύση, ενώ στο διπλανό δωμάτιο, σε συνδημιουργία με τις Alice Rohrwacher και Annamaria Ajmone, κατασκευάζει ένα περιβάλλον με μια σειρά υλικά (κεραμικά κυρίως, αλλά και αποτυπώματα σε μετάξι, μάρμαρα, χαλιά, γυαλί, σκοινιά, ξύλα, ανακυκλωμένα πλαστικά, φωτογραφίες, φυτά) που παραπέμπουν σε μια νέα μορφή δημόσιου χώρου.
Οι Μεξικάνοι Maria Sosa και Νoé Martinez (RojoNegro) δεν χρειάζεται να προσπαθήσουν για να κατανοήσουν το θέμα της φετεινής Μπιενάλε. Σε όλη τους την καλλιτεχνική πρακτική διερευνούν τον τρόπο που εγγράφεται στο σώμα η αποικιοκρατία και πώς έρχεται σε σύγκρουση με τις μαγικές δυνάμεις των προγονικών πνευμάτων. Mε τη βοήθεια του καπνού, του αλατιού και των πήλινων αγγείων, αλλά και μέσω της ανθρώπινης αναπνοής καταργούν τα σύνορα του μονοδιάστατου αποικιοκρατούμενου παρόντος και το ενώνουν με τις εναλλακτικές χρονικότητες των ονείρων και των πνευμάτων, που αποκαλύπτουν την πραγματική ενότητα του Κόσμου μέσα από ένα δίκτυο πολλαπλών πλασμάτων που συγκροτούν και τον καθένα από μας.
Αξίζει επίσης μια αναφορά στο περίπτερο της Αλβανίας, όπου η Genti Korini στήνει με τη βοήθεια τραγόμορφων κουδουνοφόρων, μαριονετών και της μετα-λογικής γλώσσας του ρώσικου φουτουρισμού zaum μια στερεοτυπική εικόνα της Αλβανίας ως μη-τόπου, που όμως διαπνέεται από βαθύτερα νοήματα, στο περίπτερο του Ουζμπεκιστάν, εκεί όπου οι κατασκευές της Zulfiya Spowart και της Zi Kakhramonova αναδεικνύουν την ερημοποίηση της Αράλης και η Aygul Sarsel ζωγραφίζει ιστορίες από την περιοχή, μετατρέποντας τον Amu Darya (τον αρχαιοελληνικό Ώξο) σε γυναίκα για να επαναγονιμοποιήσει τη ροή του νερού και στο περίπτερο της Σαουδικής Αραβίας, όπου η Σαουδοπαλαιστίνια Dana Awartani ανακατασκευάζει τα κατεστραμμένα ψηφιδωτά από τα μνημεία της Παλαιστίνης, της Συρίας και του Λιβάνου, αναβιώνοντας την πρακτική του wuquf ‘ala al-atlal (να διαλογίζεσαι πάνω στα ερείπια) και την προϊσλαμική ποίηση του Tarafa και του Imru al-Qais: “Είθε τα δάκρυα σου να μην στεγνώσουν ποτέ, εσένα που κλαις πάνω στις πέτρες” (το Υπουργείο Πολιτισμού της Σαουδικής Αραβίας έχει μια εκπληκτική ικανότητα να ξεπλένει την πολιτική της χώρας του μέσω της τέχνης-πριν δυο χρόνια το έργο ήταν αφιερωμένο στους αγώνες για τη γυναικεία χειραφέτηση…)
Έξω, εκεί που η ζωή και η τέχνη ταυτίζονται
Μέσα στον ιστό των καναλιών της Βενετίας θα βρούμε μερικά από τα καλύτερα περίπτερα της φετεινής Μπιενάλε.
Στο περίπτερο του Κοσόβου ο Brilant Milazimi στήνει μέσα σε μια εκκλησία ένα πανόραμα της ανθρωπότητας, γυμνής, αλλά και επιμένουσας, με σφιγμένα τα δόντια (κάποιοι και με τα κινητά τους) μέσα σε ένα άνυδρο τοπίο που θυμίζει κόλαση. Θα μπορούσε να ναι μια μεταναστευση για ένα καλύτερο μέλλον, μπορεί και μια από τις ατελείωτες ουρές αναμονής για την παροχή ασύλου ή για την απόκτηση βασικών αγαθών στις χώρες που έχουν καταστραφεί από τον πόλεμο ή την κατοχή. Είναι όμως ταυτόχρονα και μια συγκλονιστική παραπομπή στην υπαρξιακή πασαρέλα της ζωής, που ο Μπέργκμαν κατέγραψε ως χορό του θανάτου και ο Φελίνι, με τη νοσταλγική αισιοδοξία του, ως μια υπέροχη τσιρκολάνικη παράτα.
Στο περίπτερο του Μαυροβουνίου ο Siniša Radulović στήνει μια διαφορετική απεικόνιση του Είναι: ένα γυάλινο πάτωμα χωρισμένο σε δωμάτια, όπου κατοικούν μικρά κεραμικά ανθρωπάκια. Κάποια εξακολουθούν την ακατανόητη σε μας καθημερινότητά τους, κάποια μας κοιτάνε με απορία, αφού είναι η πρώτη φορά που βλέπουν γίγαντες. Πάνω από το πάτωμα, videowalls προβάλλουν ένα αιθέριο ουρανό, όμως τα ανθρωπάκια στριμώχνονται προς το κέντρο της εγκατάστασης, προς τον άξονα μιας μαύρης κολώνας… Όσο για την αλληγορία του Γίγαντα, ο Radulović δεν αφήνει πολλές αμφιβολίες: στη διπλανή αίθουσα υπάρχει μια μικρογραφία του Κολοσσού του Γκόγια. Ο πόλεμος και ο θάνατος δεν λένε -και δικαίως- να φύγουν από το μυαλό των Βαλκάνιων καλλιτεχνών (τουλάχιστον όσων διατηρούν την αίσθηση της θέσης τους στο παγκόσμιο γίγνεσθαι).
Σε πλήρη σύνδεσμο με το θέμα της Μπιενάλε “Σε τόνους ελάσσονες”, η Gabriel Goliath, στο απορριφθέν περίπτερο της Νότιας Αφρικής, στήνει, επίσης στο εσωτερικό μιας εκκλησίας, επτά όρθιες γιγαντοοθόνες, όπου μια σειρά γυναικών εναλλάσσονται πάνω σε ένα βάθρο και βγάζουν έναν διαρκή λυγμό. Έναν λυγμό για τις γυναικοκτονίες, τους βιασμούς, τη βία κατά των ομοφυλοφίλων, αλλά και για τη γενοκτονία των αυτόχθονων λαών της Ναμίμπια από τους Γερμανούς στις αρχές του 20ου αιώνα. Στην τελευταία οθόνη, αφιερωμένη στη γενοκτονία της Γάζας, το βάθρο είναι κενό. Ούτε ο λυγμός είναι πλέον αρκετός…
Για την Κύπρο όμως δεν λέτε, είναι η συνήθης επωδός όσων θέλουν να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν τη γενοκτονία που συντελείται μπροστά στα μάτια μας. Ε, λοιπόν, αυτή η Μπιενάλε μας δίνει την ευκαιρία να πούμε και μάλιστα πολύ καλά λόγια για το περίπτερο της Κύπρου. Η Μαρίνα Ξενοφώντος ανασυστήνει την οροφή ενός εγκαταλελειμμένου κλαμπ της Αμμοχώστου, αλλά μέσα στο περίπτερο δεν ακούγονται ποπ ή σκυλάδικα, μόνο τα a capella παραδοσιακά ελληνοκυπριακά και τουρκοκυπριακά τραγούδια των αδελφών Αγησιλάου που κατέγραψε ο Παναγιώτης Μηνά. Οι τόσο απλές μα συγκλονιστικές αυτές φωνές τραγουδούν για την αγάπη και ακούγεται ως μοιρολόϊ. Και μέσα στο περίπτερο δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά ένα μικρό ξύλινο τραπέζι πάνω στο οποίο αργοπεθαίνει ένα μικρό μηχανικό σπουργίτι: η υπαρξιακή απλότητα και βαρύτητα του λυγμού των ανά τον κόσμο ξεριζωμένων και σκοτωμένων, που ώθησε την Ξενοφώντος να είναι μέσα στους καλλιτέχνες που αγωνίστηκαν για να μην συνεκθέτουν με το γενοκτονικό Ισραήλ. Γι αυτή την Κύπρο χίλιες φορές να μιλάμε. Για εκείνη, που μαζί με την Ελλάδα δίνουν γη και ύδωρ στο Ισραήλ και για τους καλλιτέχνες που κάνουνε την πάπια, τι να πούμε;
Η παρέλαση και δη η παρέλαση του καρναβαλιού, ως χώρος ένωσης με τα πνεύματα, είναι από τις βασικές θεματικές της Μπιενάλε. Ο Lavar Munroe από τις Μπαχάμες δημιουργεί μια σειρά από τέτοιες παρελάσεις, είτε πρόκειται για το διετές καρναβάλι του Juncanoo, είτε για τις κηδείες, είτε για τις αφρικανικές τελετές, που τόσο έχουν επηρεάσει τη ζωγραφική του. Επικαλείται έτσι τα πνεύματα του πατέρα του, αλλά και του John Beadle, του καλλιτέχνη που έφτιαχνε, εκτός από τα εννοιολογικά γλυπτά του, μάσκες από ανακυκλώσιμα υλικά για το Juncanoo και απεβίωσε πρόσφατα σε μικρή ηλικία, χωρίς να καταφέρει, για οικονομικούς λόγους, να εκπροσωπήσει τις Μπαχάμες στην Μπιενάλε του 2015. Ο συνδυασμός της επικής ζωγραφικής του Munroe με τα γλυπτά του Beadle, αλλά και τα καινούργια γλυπτά του Munroe, φτιαγμένα από υλικά που βρήκε στο εργαστήριο του Beadle, παράγουν μια καταπληκτική μεταθανάτια συνεργασία όπου η απώλεια και η γιορτή, ο κινητός οίκος και το σπάσιμο των δεσμών συνυπάρχουν. Στα κορυφαία έργα της Μπιενάλε θα πρέπει να περιληφθεί ο καταρράκτης από ματσέτες του Beadle που συνδυάζεται με τα πορτρέτα του Munroe.
Οι Ελεύθεροι Άνθρωποι του Roberto Diago στο περίπτερο της Κούβας είναι φτιαγμένοι από παλιοσίδερα, ξύλα, πέτρες, δερμάτινες σόλες, σχοινιά, παλιοπάπουτσα. Διατρέχουν την Ιστορία ως φυγάδες σκλάβοι, ως αντάρτες, ως απλοί καθημερινοί άνθρωποι που αγωνίζονται να ζήσουν με ελευθερία και αξιοπρέπεια μοιραζόμενοι τα λιγοστά πράγματα που τους αφήνει το εμπάργκο, δανείζοντας ο ένας στον άλλο ρούχα και τρόφιμα, έχοντας εγγράψει την έννοια της αλληλεγγύης στο ίδιο τους το σώμα. Το σύστημα μπορεί να μην τους θέλει, αλλά είναι εδώ, μνημειακή arte povera, για να μας θυμίζει ότι είναι εφικτό να ζούμε αλλιώς.
Στο περίπτερο της Ζιμπάμπουε, σε μια περιοχή που οργώνεται από τα αποικιοκρατικά μεταλλορυχεία, ο Felix Shumba ζωγραφίζει με κάρβουνο σώματα που πάνω τους έχει χαραχθεί ανεξίτηλα η βία και η καταστολή. Ακόμα κι όταν βγάζουν τις τρομακτικές τους μάσκες, το αποτέλεσμα είναι εξίσου τρομακτικό. Στο ίδιο περίπτερο ο Gideon Gomo φτιάχνει γλυπτά απο σερπεντενίτη και χαλκό και εκφράζει τις σιωπηλά εκκωφαντικές φωνές αυτών που δεν έχουν φωνή.
Ένα περιβάλλον υπό κατασκευή είναι το περίπτερο της Εσθονίας, όπου ένα ολόκληρο σχολικό γήπεδο μπάσκετ (εκκλησία παλιότερα) μετατρέπεται σε καλλιτεχνικό στούντιο. Καθ’όλη τη διάρκεια της Μπιενάλε η Merike Estna θα ζωγραφίζει και θα ντύνει με επιζωγραφισμένα πλακάκια το γήπεδο, φτιάχνοντας τη δική της scuola. Μια αλληγορία για τη ζωγραφική ως ζωντανή πράξη σε σύνδεση με το θεατή ακόμα και την ώρα της δημιουργίας. Ένα τέμπλο από τα μαύρα χειρονομιακά της έργα με τη χυμένη μπογιά προμηνύεται εξαιρετικό…
Αξίζει επίσης η αναφορά στο περίπτερο της Νέας Ζηλανδίας, όπου η Fiona Pardington φωτογραφίζει καταπληκτικά πορτρέτα ταριχευμένων πουλιών που έχουν ήδη ή κινδυνεύουν να εξαφανιστούν και που δυστυχώς ούτε η ιερή πέτρα που μας προσφέρει στην έκθεση θα αποτρέψει την απώλεια τους, στο περίπτερο του Κονγκό, όπου κυριαρχούν τα γλυπτά από ανακυκλωμένο λάστιχο του Patrick Bongoy, πορτρέτα μιας γενιάς χωρίς μέλλον, εξαντλημένης στο κυνήγι της επιβίωσης και εξαθλιωμένης από τις ελίτ που δεν νοιάζονται παρά μόνο για τον πλουτισμό τους, στο περίπτερο της Σιέρρα Λεόνε, όπου συνεκτίθενται οι τεχνοκεντρικοί παραλογισμοί του Abu Bakarr Mansaray (με μια ολοκαίνουργια τεχνολογία κορονοϊού), τα λούτρινα θανάσιμα αμαρτήματα του μεξικανού Armando Romero, τα ποδοσφαιρικά τοτέμ του Eloi D.O. Lokossou από το Μπενίν και τα ανθισμένα πορτρέτα αφρικανών γυναικών της Hickmatu Leigh, καθώς και στο περίπτερο του Κυργυζστάν όπου ο Αlexey Morosof καταγράφει τα δώρα που έχει να προσφέρει η χώρα του στον Κόσμο: τη διαχείριση των πλούσιων νερών, το έπος των Manas, τη σχέση των νομάδων της περιοχής με τα άλογά τους, που τους μετατρέπει σε σύγχρονους κενταύρους.
Δυστυχώς κάποια περίπτερα που προμηνύονταν ενδιαφέροντα παρέμεναν κλειστά, όπως το περίπτερο του Καμερούν ή της Βόρειας Μακεδονίας, όπου ο Velimir Zernovski έφτιαξε μια πιετά από κουβέρτες επιβίωσης που χρησιμοποιούνται για τη διάσωση όσων μεταναστών χαροπαλεύουν στα κύματα της Μεσογείου.
Πάρα πολλοί καλλιτέχνες του δυτικού κόσμου ή που αποδέχονται την κυριαρχία του, ερμήνευσαν το θέμα της Μπιενάλε ως μια επιστροφή σε έναν εννοιολογικό μινιμαλισμό: από τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Κορέα, την Αρμενία, το μισό περίπτερο Τσεχίας-Σλοβακίας, με χειρότερη περίπτωση αυτή των ΗΠΑ, που ο τρόπος επιλογής του μέσα από μια διαδικασία που ρητά απαγόρευε κάθε αναφορά σε συμπεριλήψεις, διαφορετικότητες και κοινωνική δικαιοσύνη ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών και όπου το μόνο έκθεμα που έχει νόημα (χωρίς απαραίτητα να βρίσκεται αυτό στις προθέσεις του καλλιτέχνη) είναι ένα μικρό πυρηνικό μανιτάρι από τραβερτίνη…
Το Ελληνικό περίπτερο δεν έπεσε σε αυτό το λάθος, αλλά ακριβώς στο αντίθετο. Mια βαρυφορτωμένη ροζ-μαύρη queer εικονογραφία από πουφοκολώνες (φουσκωτά μαξιλάρια σε σχήμα κιόνων) με ζωγραφισμένες αλυσίδες, πουφοβιβλία, πουφοαντικείμενα, τα οποία κρέμονται ή στα οποία μπορείς να ξαπλώσεις και πάνω στα οποία αναγράφονται οι απορριφθέντες του ελληνικού ονείρου (οι μετανάστες, οι ρομά, οι ομοφυλόφιλοι, οι αγώνες που καταστέλλονται). Ένα soundtrack από τη φτερού μέχρι τις ατάκες ελληνικών ταινιών που αναδεικνύουν τη ματσίλα και τον σεξισμό. Mια οθόνη που πολλαπλασιάζει τον εαυτό σου και τις κινήσεις σου στο άπειρο (πολύ δημοφιλής στα παιδάκια κάθε ηλικίας) και η οποία παραπέμπει σε ένα σύγχρονο φουλ ναρκισσιστικό και εικονοκεντρικό πλατωνικό σπήλαιο. Και ανάμεσα τους ξεφουσκωμένες πουφοαναπαραστάσεις ανταρτισσών (της Μαρίας Μπέϊκου), του Πλάτωνα με γυαλιά ηλίου και του Ζακ Κωστόπουλου ως σφακτάρι. Η αίσθηση που θα ήθελε να δώσει είναι αυτή της ασφυξίας: ότι δεν υπάρχει διέξοδος από το ελληνικό escape room (αν και κάτω από μια ξεφουσκωμένη πλατωνική προτομή βρίσκεται η κρυμμένη έξοδος). Το αποτέλεσμα όμως είναι το ακριβώς αντίθετο: ένα χαρούμενο queer playground, για να χαλαρώσουμε, μια συμπεριληπτική gay disco για να διασκεδάσουμε και όπου οι πολιτικές δεν συγκρούονται, αλλά συνυπάρχουν. Κι έτσι η αίσθηση που δίνουν όλες αυτές οι αναπαραστάσεις του Ζακ, των ανταρτών, του Πολυτεχνείου δεν είναι ότι αποκλείονται από τον κυρίαρχο λόγο, αλλά ότι ενσωματώνονται σε αυτόν, μέρος ενός πανεθνικού προβλήματος και όχι μέρος της λύσης του. Και έτσι βρισκόμαστε ξανά μπροστά στο πρόβλημα αυτού του είδους στεγασμένης τέχνης: όσο προβληματισμό κι αν τη φορτώσεις, ξεγλυστρά ως εύπεπτη πουφομετααλήθεια…

*Ο Δημήτρης Σαραφιανός είναι νομικός και κριτικός τέχνης, Μέλος της AICA Hellas


































